Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΩΝ



ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΩΝ ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΩΝ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΕ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΜΟΥΣΙΚΟΧΟΡΕΥΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΒΒΑΔΑ ΜΟΥΡΚΟΥ 1903-
ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΝΙ ΤΟ 2006
...Ο Μήτσος Καββαδάς Φουστανελιάς του γέρο Θοδωρή του Μούρκου έπαιζε καλή φλογέρα. Πρώτα με καλάμι και μετά  με σωλήνα.






ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΘΑΝΑΣΗ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗ ΤΑΣΟΥΛΑ 1920-
 ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΩΧΩΡΙ ΤΟ 2000
...Ο Βαγγέλης Σκλαβενίτης Μοφωράτος είχε ένα παιδί το Θωμά που ήτανε από τους καλύτερους χορευτές της περιφέρειας παρότι σε μικρή ηλικία. Πέθανε τελικά κι αυτός όπως κι άλλα τέσσερα αρσενικά. Του μείνανε η Ρήνα και η Ακριβούλα του Πανικολού. Η Ακριβούλα έβγαλε λοιπόν το ένα παιδί Θωμά προς ανάμνηση του αδικοχαμένου αδερφού.




ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΦΑΤΟΥΡΟΥ ΛΥΓΚΟΥ 1908-2009
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΓΗΡΟ ΤΟ 2000
...Το πανηγύρι της Ευγήρου είχε τρεις ζυγιές με όργανα. Παίζαμε στα μαγαζιά και μας κέρναγαν γλυκά. Ο πατέρας μου έπαιζε ζουρνά. Πούθενε τόνε κονόμησε δεν ξέρω. Τώρα δεν τον έχω.
Ο πατέρας μου λεγόντανε Σπύρος Φατούρος ή Λύγκος. Έκανε και το χασάπη στη Βασιλική. Είχε κομπανία με τον Τσεκούρα.
...Ζουρνά έπαιζα μέχρι το 1950 περίπου. Άλλοι ζουρναδόροι εδώ ήτανε οι:
Κώστας Φατούρος Σταθέλος που έπαιζε και άργανο και λαούτο,
ο Σπύρος Αντωνίου Φατούρος ή Γιωργαλάκης ή Γεωργούτσος.
Πιο παλιός ζουρναδόρος ήτανε ο Στάθης Γρηγορίου Φατούρος ή Ρίτζος ή Τσεκούρας.
Άργανο και λίγο ζουρνά  έπαιζε ο Χρήστος Φατούρος ή Καριόλος.
Όλοι αυτοί τραγουδούσαν κιόλας.
Εγώ έπαιζα μόνο με το δεξί χέρι ζουρνά κι εκεί που φύλαγα το κοπάδι σιγά-σιγά έμαθα και το Ζουρνά.
Άλλοι που παίζανε εδώ καλή φλογέρα ήτανε κι ο Νιόνιος ο Δελλαπόρτας που τραγούδαγε καλά.
Κάποτε πήγα στο Μεγανήσι με το Σταθέλο και το Φλίππο τον Αργυρό άργανο.
Χορεύανε 35 Μεγανησιώτισσες. Μεροκάματο καλό. Στο Μεγανήσι πετάγανε τα πιο πολλά λεφτά.
Τα περισσότερα λεφτά τα έβγαλα στην Έυγηρο στο γάμο του Περικλή του Σπύρου Φατούρου-Γεωργαλάκη. Ένα μεγάλο σακούλι με λεφτά. Αλλά τι τα θέλεις; Μπεγλερέτσες ήτανε. Εκατομμύρια πολλά αλλά χωρίς αντίκρισμα. Στο Κατωχώρι δεν πήγα ποτέ γιατί ήτανε ο Αρίκας κλαρίνο.


....Είχα κι έναν αδερφό τον Κώστα Φατούρο Λύγκο που έπαιζε βιολί καλό. Γεννήθηκε γύρω στο 1885. Πήγε στην Αυστραλία γύρω στο 1930.
Το 1940 μόλις μου 'κανε εμένα τα χαρτιά να πάω κι εγώ στην Αυστραλία, πέθανε.
Στην Αυστραλία έπαιζε σε κομπανίες. Είχε υπηρετήσει στους Ευζώνους μαζί με τον Αντώνη Διαμαντή από την Έυγηρο.
Υπήρχε και στο Μαραντοχώρι παλιά ζυγιά ζουρναδόρων και με το Στάμο Καρκαδόρο και το Γιάννη τον Πιτσίνη.
Καλύτερο ζουρνά έπαιζα εγώ, μετά ο Σπυρούτσος και μετά ο Σταθέλος.




ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΙΧΑΛΗ ΖΑΜΠΕΛΗ 1911-2011
ΚΑΙ  ΒΑΣΙΛΗ ΚΑΒΒΑΔΙΑ 1923-  ,ΤΟ 2000
...Παλιοί Μαραντοχωρίτες οργανοπαίκτες ήτανε:
Στο ζουρνά οι Σπύρος Φατούρος του Κωνσταντίνου, Γιάννης Σκληρός-Πιτσίνης, και Στάμος Σκληρός ή Καργαδόρος.
Φλογέρα πολύ καλή ο Θανάσης Σκληρός ή Κολοσούσης.
Στο κλαρίνο ο Κωνσταντίνος Φατούρος ή Χούζας.
Βιολί ο Βαγγέλης Κονιδάρης ή Μπούρας.
Λαούτο ο Σπύρος Δουκατάς ή Παπόρης.
Άργανο ο Σπύρος Κονιδάρης.
Καλοί τραγουδιστές ήτανε ο Γιώργος Καββαδίας που χόρευε και καλά, ο Καββαδίας Σπύρος, η Μαριάννα Δουκατά και η Αικατερίνη Φατούρου.




ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΟΦΡΩΝΗ ΚΟΨΙΔΑ 1924-2011 ΑΠΟ ΚΑΡΥΑ ΤΟ 2000
...ο Σταύρος Κατωπόδης που έπαιζε λαούτο μου είπε ότι σκοτώσανε το Μπαμπαρέλο. Ήτανε απίθανος χορευτής. Εγώ είχα χορέψει μαζί του. Έβαζε ποτήρι κεφάλι δάγκαε τραπέζι με ποτήρια και χόρευε πήγαινε στο τόπο, όπως έπαιζαν τα όργανα...
Εμείς όταν είμαστε μικρά πηγαίναμε στον Καμπιλαύκο στη Καρυά με μια δραχμή τη βραδυά και μας μάθαινε όργανα. Ήτανε κι ο Σπύρος ο Φόγιος, ο Σπύρος ο Κατωπόδης, ο Λευτέρης ο Κακλαμάνης. Καμιά τριανταριά μαθητές. Όποιοι δεν είχανε να του πληρώσουνε τη δραχμή πηγαίνανε και καλύπτανε το χρέος τους με το σκάψιμο του αμπελιού του. Για όλα υπήρχε λύση...Ο Γράντζας πήγε στους Συβριώτες γύρω στο 1955 στη Θεσσαλονίκη και χορέψανε στην έκθεση...
Ο Τζούμας έμαθε κλαρίνο από το Θανάση το Βλάχο. Ο Μπακόλας έμαθε βιολί από το Τζέμο.




ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΛΕΜΟΝΙΑΣ ΒΛΑΧΟΥ-ΤΡΊΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΘΑΝΑΣΗ ΒΛΑΧΟΥ-1918-2010, ΑΠΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΤΟ 2001
...ο Θανάσης Βλάχος 1900-1959 ήτανε κληρωτός το 1920. Είχε αδέρφια το Βασίλη, Αριστή, Βαγγέλω, Γεωργία και Μαριώ. Πατέρας του ήτανε ο Σωκράτης που πέθανε το 1942. Έπαιζε κλαρίνο κι αυτός. Είχε κι ένα αδερφό το Μιλτιάδη.
Κλαρίνο ο Θανάσης έμαθε από το πατέρα του αλλά μετά που γύρισε από το στρατό είχε γίνει πολύ καλός.
Η πρώτη του γυναίκα ήταν από τη Λευκάδα. Σε κάποιο πανηγύρι στον Αστακό τον εγκατέλειψε με ένα πλούσιο. Αυτός την έδερνε συνέχεια. Αλλά κι ο πεθερός της ο καινούριος τον έκανε απόπαιδο το γιό του για αυτή την ενέργεια που έκανε.
Έκανε παιδιά το Βασίλη το Βλάχο που ζει στον Αστακό και τη Λάμπρω Κορφιάτη πεθερά του Παναγιώτη Σκληρού Μίκυ.
Με τη δεύτερη γυναίκα του την Αναστασία που ήτανε από τον Αλέξανδρο έκανε ένα παιδί το Σωκράτη που ζει στο Καναδά. Αυτή πέθανε το 1943 πάνω στους εννιά μήνες παντρεύτηκε αφού είχε κάμει το παιδί πέθανε από επιλόχειο πυρετό. Έσπασε η αιμορραγία κι εννιά μέρες μετά τη γέννα πέθανε.
Εγώ είμαι η τρίτη παντρειά κι έχουμε τρία παιδιά.Τον Ευγένιο που ζει στον Καναδά, το Θωμά και τη Ζωή.
Είχε αδερφό στην Αμερική τον Αριστή που δεν είχε κάμει οικονομική προκοπή. Ήρθε λοιπόν το 1949 απο την Αμερική ο Βασίλης ο Δουβίτσας. Ειδοποίησε να πάνε σπίτι του ο Θανάσης η Γιωργίτσα και ο Βασίλης. Τους έστειλε μερικά δολάρια κι αυτοί τα χάσανε γιατί τον θεωρούσανε πεθαμένο.Ντρεπόντανε να επικοινωνήσει μαζί τους γιατί δεν είχε κάνει κάποια προκοπή. Μετά από λίγα χρόνια μάθανε ότι πέθανε και καμιά βδομάδα μετά πέθανε κι ο Θανάσης.
Ο Θανάσης έπαιζε σε όλο το Ξηρόμερο. Τα πρώτα χρόνια που ξεκίνησε έβγαζε πολλά λεφτά αλλά μετά αρχίσανε να λιγοστεύουνε...
...Ήταν ένας γέρος εδώ τότε ο Σωτήρης που έπαιζε άργανο παλιά, και είχε ένα γιό στην Αμερική που πέθανε αλλά δεν του το'πανε. Έπαιζε λοιπόν ο Θανάσης το Πάσχα τσάμικο με τα τρία πάσα. Το χόρευε με το μπαστούνι, ένας ανιψιός του ο Κώστας έκλαιγε. Μετά το Πάσχα που το 'πανε πεθάνανε από εγκεφαλικό και οι δύο.
...Ο Θανάσης σε βοήθαγε με το κλαρίνο.Σου τόφερνε εκεί που ήθελες για να μην το χάνεις...
Δεν ήθελε κανένα από τα παιδιά του να μάθει κλαρίνα. Κόβουνε χρόνια ζωής αυτά. Φουσκώνανε τα πλεμόνια και κόβουνε χρόνια ζωής αυτά.
Αυτός δεν ήτανε πονηρός, έπαιζε μέχρι το τέλος το τραγούδι δεν ξαχρείαζε ...Από τα παιδιά του η Γιωργία, η Μαριώ και ο Θανάσης τραγουδάγανε πολύ καλά. Τρυπάγανε το κεραμύδι. Η Βαγγελούλα η Μπαλάσκενα τραγούδαγε πολύ καλα...
Λαούτο έπαιζε ο Χρήστος Βρεττός Βερεστώντας, Χρήστος Βρεττός Βρυώνης.
Βιολί έπαιζε ο Παναής Σούνδιας Μέτωρας.
Κλαρίνο ο Στάθης Σούνδιας Μέτωρας.
Άργανο ο Σωτήρης Κολυβάς....
Παλιό τραγούδι που λέγαμε εδώ στον Αλέξαντρο: κυνηγός που κυνηγούσε μέσα στα δάση μια φορά, έτυχε να συναντήσει μια μικρή καλογριά....




ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΒΒΑΔΑ ΤΣΙΝΚΟΥ 1925- ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΩΧΩΡΙ 2000
...Παραμονές των φώτων το 1961 άνοιξα το μπακάλικο στο Κατωχώρι.Είχα ορχήστρα το Γιάννη τον Αρίκα στα εγκαίνια και γίνονταν γλέντι τρικούβερτο. Εκείνη την ώρα κάποιος φέρνει τα νέα. Πνίγηκε ο Μαλέντζης (Κώστας Πάλμος) με το καΐκι. Αμέσως διέλυσαν όλα.




ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΑΘΗ ΚΑΤΩΠΟΔΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΟΥΡΝΙΚΑ 1996
...Στο Βουρνικά στις αρχές του αιώνα υπήρχε μεγάλη έξαρση της πουτανιάς και μοιχείας δεν είναι τυχαία τα στιχάκια δύο τραγουδιών
το πρώτο λέει "στον Άι Πέτρο τ' άργανα στο Σύβρο οι ζουρνάδες, σ'αυτό το δόλιο Βουρνικά χορεύουν οι πουτάνες"
το δεύτερο λέει" καλό χωρίο μα είναι όλοι κερατάδες"
...η καταγωγή μας ήτανε από το Μεγανήσι. Ενας παπάς Μεγανησιώτης που έφυγε μετά από επιδρομή πειρατών και πέρασε στον Πόρο υπήρξε πρόγονος μας.
Ο γιός του έγινε ένορκος και υπηρετούσε στο Σύβρο στο Μαγιστράτο που είχε το δικαστήριο. Εκεί λοιπόν τον είδε μια Βουρνικιώτισα αρχόντισσα, Θεοτόκη το επίθετο Γεωργούτσαινα το παρατσούκλι. Εγώ αυτόν θέλω πατέρα τον καλαμαρά. Δεν θέλω από το αρχοντολόι του Σύβρου άντρα.
Έτσι δημιουργήθηκε το σόι των Κατωποδαίων στο Βουρνικά γύρω στο 1800 κι αναπτύχθηκε πολύ γιατί είχε πολλά λεφτά η κληρονομιά του Θεοτόκη.
Λένε μάλιστα και το εξής κωμικό. Στο γάμο της επειδή ήτανε μεγάλη τεμπέλα της είπανε το δίστιχο "πέντε μήνες πέντε αδράχτια, πότε τ' άγνεσε η κουράφτρα;"
δηλαδή πότε πρόφτασε και το έφφτιαξε, τάχα με θαυμασμό, τη στιγμή που μια νοικοκυρά κάνει την ίδια δουλειά σε δυο τρείς μέρες...


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΑΘΗ ΚΑΤΩΠΟΔΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΟΥΡΝΙΚΆ 19-- - ---- ΤΟ 1996


...Στα χρόνια της Αγγλοκρατίας η οικογένεια μου έκανε πολλά λεφτά από το κοντραμπάντο μπαρουτιού. Βγάζανε τα κουτσουμπέλια από τα αμπέλια τα απανθρακώνανε σε ειδικά καμίνια που σώζονται ακόμη στα χωράφια μας. Στη συνέχεια τα τρίβαμε σε νερόμυλους της περιοχής που τα λιθάρια τους είχανε ειδικές ελικώσεις μεγάλες. Έτσι βγάζανε το κάρβουνο. Αυτό το ανακατεύανε σε ειδική χαρμανιέρα με θειάφι, νιτρικό κάλι και μπουανώ. Το μπουανώ το δημιουργούσαν από κοτσιλιές περιστεριών. Τις άλλες δύο ουσίες τις εισήγαγαν. Οι μπαρουτόμυλοι της Δημητσάνας δεν έφταναν να καλύψουν τις ανάγκες της επανάστασης. Οι Άγγλοι από την άλλη μεριά το ενθάρρυναν το κοντραμπάντο γιατί εμπορευόνταν τις πρώτες ύλες. Κάποτε κάλεσαν το Ζαμπέλη να απολογηθεί γιατί σε κάποιο μονόξυλο που πέρναγε απέναντι στη Περατιά βρέθηκαν ίχνη από μπαρούτι. Στη πραγματικότητα όμως δεν δίωκαν τους Λευκαδίτες.
Ο πρόγονος μου λοιπόν αυτός που έφτιαχνε τα καμίνια με τα κουτσουμπέλια λέγονταν Καραγιάννης στο παρατσούκλι. Φορούσε μαντήλι και μπότες Εγγλέζικες στα πόδια με σπιρούνια. 'Ητανε πολύ λεβέντης, τους πέρναγε όλους σε αγώνες που γίνονταν τότε στο σάλτο και το λιθάρι. Στη  πλατεία της Παναγίας που γίνονταν το πανηγύρι εδώ στο χωριό, βάζανε άλογα στη σειρά και πηδάγανε από πάνω. Αυτός πήδαγε πάνω από τρία άλογα. Επίσης έριχναν και λιθάρι κάνανε σκοποβολή και προσπαθούσανε να σαλτήσουνε πάνω σε άλογο που κάλπαζε και να παραμείνουνε πάνω χωρίς να πέσουνε..




ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΚΛΑΡΙΤΖΗ ΜΗΤΣΟ ΚΟΝΙΔΑΡΗ ΤΣΙΡΟΥΦΛΗ 1921- ---- ΑΠΟ ΤΑ ΧΑΡΑΔΙΑΤΙΚΑ ΤΟ 1998


ΕΡ.: Γνωρίζεις τίποτε μπάρμπα Μήτσο για έναν οργανοπαίχτη Βαρδή που έπαιζε παλιά στη Λευκάδα;
ΑΠ.: Γιατί ρωτάς ειδικά για αυτόνε;
ΕΡ.: Επειδή δεν τόνε ξέρει κανείς από αυτούς που έχω ρωτήσει και θέλω να μάθω ποιός ήτανε;
ΑΠ.: Μάλιστα! ρώτησες τον πιο κατάλληλο άνθρωπο.
Ο Γιάννης Βαρδής ήτανε παιδί του Αποστόλη από το Μύτικα Αιτωλοακαρνανίας. Ήρθε στη Λευκάδα κι έπαιζε σαντούρι. Μετά το γύρισε στο λαούτο και στο ακορντεόν.
Εδώ που ήρθε παντρεύτηκε την Ελένη του Σαμουήλ. Ο Σαμουήλ ήτανε αδερφός του γιατρού του Αρμένη. Μάλιστα νομίζω ότι ο γιός του είναι ένας Αντώνης Βαρδής που είναι καινούριος τραγουδιστής, τώρα της νεολαίας.
Οταν εγώ ξεκίναγα με το κλαρίνο έκανα ζυγιά κάποτε με τον Βαρδή, τον Μαρκεζίνη από το Μεγανήσι, και τον Καρναβά με κοντά παντελονάκια όπου τον συνόδευε μαζί κι ο πατέρας του.
Μας καλέσανε λοιπόν σε ένα γάμο που γίνονταν στο Βάτο. Ένα ορεινό χωριό στο Περγαντί. Πάνω από το Μοναστηράκι. Χιλιόμετρα ολόκληρα, δρόμος δεν υπήρχε. Μονοπάτι για τα γαϊδούρια και όλο γκρεμοί. Είχανε λοιπόν κανονίσει τι λεφτά θα παίρναμε με βάση τα κανίσκια που θα έφερνε  ο κόσμος στο ζευγάρι. Είχανε μαζευτεί λοιπόν καμιά διακοσαριά κανίσκια που το καθένα είχε κι από ένα τραγί. Τα είχανε κρεμασμένα όλα γύρω-γύρω στα δέντρα και ήτανε ένα εντυπωσιακό σκηνικό. Είπα κι εγώ θα οικονομήσουμε λεφτά εδώ. Τι θέλεις να γίνει όμως. Σε κάποια περιοχή πάνω από το Μοναστηράκι που λέγονταν "Γύφτισσα" κάποιος έστησε καρτέρι σε κάποιο καλεσμένο από το Θύριο που πήγαινε με τη γυναίκα του και το παιδί του το μουλάρι και το κανίσκι στο γάμο. Τον τουφέκισε και τον σκότωσε. Δεν το είπανε στο γάμο για να μη χαλάσει. Κατά τις δώδεκα το βράδυ βούιξε ο τόπος μόλις γνωστοποιήθηκε. Εμείς δεν είχαμε βγάλει τίποτε μέχρι εκείνη την ώρα. Ορέ παιδιά λέει ο Βαρδής εντάξει για μας αλλά για τα παιδιά που ήρθανε από τη Λευκάδα δεν πρέπει κάτι να δώσουμε; Ναί λέει κάποιος, παίρνει λοιπόν ένα σκούφο κι άρχισε να μαζεύει διάφορα φραγκοδίφραγκα άντε και κανένα τάλιρο κι ίσα-ίσα και βγάλαμε το διάφορο. Ήτανε το ποδαρικό μου μόλις ξεκίνησα το κλαρίνο σε γάμους και πανηγύρια.
Στο Ξηρόμερο όταν ξυρίζανε το γαμπρό ρίχνανε ένα δίφραγκο στο γαμπρό. Ρίχνανε κάτι και στην ορχήστρα που του έπαιζε.
Στους γάμους τους Λευκαδίτικους κάναμε άλλα πράγματα. Παίζαμε όταν ξυρίζανε το γαμπρό στο γάμο συνοδεία και γλέντι και τη Δευτέρα του γάμου που είχε αποδειχθεί ότι η νύφη ήτανε τίμια-παρθένα- παίζαμε το τραγούδι "Ξύπνα αγάπη μου, ξύπνα γλυκιά μ' αγάπη..."
ΕΡ.: Κι αν η νύφη δεν ήτανε τίμια μπάρμπα Μήτσο τι κάνατε;
ΑΠ.: Τότε είμαστε υποχρεωμένοι να τήνε πάμε πάλι πίσω στο σπίτι της, με συνοδεία όργανα και συγγενείς να την παραδώσουμε του πατέρα της. Αλλά αυτό στα χρόνια μας δεν παρουσιάστηκε ποτέ. Κι οι παλιότεροι οργανοπαίχτες που μας ενημερώσανε ούτε στα δικά τους χρόνια είχε γίνει. Απλά το ξέρανε σαν έθιμο που κι αυτοί τό'χανε ακούσει από τους προηγούμενους...

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΜΠΑΜΠΑΡΕΛΟΥ ΤΟΥ ΚΑΛΥΤΕΡΟΥ ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΧΟΡΕΥΤΉ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΟΣ



ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΑΠΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΣΤΑΘΗ ΠΑΠΑΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟ ΚΑΝΑΤΣΟΥΡΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΛΥΧΟ ΤΟ 2002 ΚΑΣΕΤΑ Νο10


Αναφέρει  πληροφορίες σχετικά με το μεγαλύτερο χορευτή του νησιού προπολεμικά το Διονύσιο Καββαδά Μπαμπαρέλο όπως και για τον πατέρα του.


ΕΡ.:..... Με λίγα λόγια  κι πατέρας κι ο παππούλης σου τη περιουσία τη κάνανε να;
ΑΠ.: Τερτσα πιρα παρολι γίνηκε η περιουσία.
ΕΡ.: Ήταν άνθρωποι  που τους ενδιέφερε ο χορός και το γλέντι;
ΑΠ.: Όπως σου είχα πει την άλλη φορά, ο πρώτος αδερφός από μένανε πέθανε, και στις 9 γινόταν πανηγύρι της αγίας Κυριακής  κι ο πατέρας μου    απ'ότι μόλεγε η μάνα μου επήγε στο χορό να χορέψει γιατί ήτανε...!
Σ΄λέω τελευταία πόθελε να πεθάνει πριν φτιάξουμε  το σπίτι αυτό είχαμε μια κουζινούλα κι είχε ένα ραδιάκι, ήξερε ποιά ώρα βάνανε τα δημοτικά και πάγαινε και το βάνε  και καθότανε απάνω στο τραπέζι και κουνιότανε κι έκλαιγε, ε δε μπορούσε και καθότανε πάνω στο τραπέζι και κουνιότανε κι έκλαιγε, δε μπορούσε να σηκωθεί να τραγουδήσει  και να χορέψει κατάλαβες;
Και μια χρονιά που ήρθα  εγώ της αγίας Κυριακής,  ξεμπαρκάρισα  και ήρθα κάτω να τόνε δω, γιατί ερχόμουνα... γινότανε πανηγύρι κι εδώ από κάτω στου Αλεγραμμά του Λεωνίδα το μαγαζί είχανε χορό και με πιάνει και μου λέει -γιατί πολύ πιο μικρό γέρο τον έλεγα κι εγώ γέρο με έλεγε κι εκείνος,- μου λέει: "γέρο πάμε να χορέψω  γιατί δεν θα ζήσω άλλη χρονιά να χορέψω".
-Σώπα μωρέ πατέρα του λέω.
Τον πήρα εγώ, φρέσκος ξέμπαρκος ήμουνα, είχα και παραδάκι, τον πήρα τον πάω εκεί.
Οι κλαριντζήδες τόνε γνωρίζανε όλοι, και οι τραγουδίστριες! δεν υπήρχε... , κι όταν επήγα εκεί, ήρθε η ώρα και κι έδωσα ένα χαρτάκι κι αυτά, και φωνάζουνε λοιπόν : "ο Μπάρμπα Μήτσος ο Κανατσούρης σειρά"
Σηκώνομαι εγώ να τον κρατήσω, από πίσω ήρθε κι ο μπάρμπα Γιάννης ο Σπρέλης κατάλαβες; Και ξέρω 'γώ ποιοι άλλοι, και την ώρα που μπαίνει στο χορό ο πατέρας μου- εξέρανε οι κλαριντζήδες  τι χορό  χρειάζεται να χορέψεις-,Το πρώτο τραγούδι του ήτανε "τώρα είναι ο Μάης και η άνοιξη τώρα είναι καλοκαίρι" και δεύτερο "κίνησαν τα καράβια"
το τσάμικο.
Το καιρό που βάλανε το "κινήσανε τα καράβια" πάνου πού'χανε ένα πάλκο η τραγουδίστρια  και οι κλαριτζήδες και οι βιολιτζήδες ήτανε, εκατεβήκανε γύρω γύρω από το πατέρα μου το Κανατσούρη που χόρευε, γιατί όταν εχόρευε ο Κανατσούρης και τον κοίταζες έλεγες πως δεν πατούγανε τα πόδια του στη γη,
ΕΡ.: Χόρευε δηλαδή στις μύτες;
ΑΠ.: Ήτανε άφθαστος , σου έχω πει  ότι αυτός ήτανε καλός χορευτής, ο μπάρμπα Γιώργος ο Τζελαίος, θα έχεις ακούσει δεν ξέρω αν τόνε πρόφτασες, καλός χορευτής ήτανε ο Γιάννης ο Σπρέλης, ο Νιόνιο Δεκανίας  καλός χορευτής ο πατέρας  μου, κι ο Μπαρμπαρέλος  νούμερο ένα  δεν υπήρχε δεύτερος, αυτόνε τόνε σκοτώσανε  πέρα στη Καντήλα.Αυτός.. δεύτερος τέτοιος χορευτής στο τσάμικο ούτε γεννήθηκε ούτε και θα γεννηθεί, αλλά για να μάθει χορό ο πατέρας του -Γληγόρη τόνε λέγανε το πατέρα του τον άντρα της  θείας μου της Κωνσταντίνας- τόνε έβανε στο χορό, είχανε γραμμόφωνο από κείνο εκεί το τέτοιο, κι άμα δεν το πήγαινε καλά του έκοβε τρία χέρια ξύλο για να μάθει χορό, βέβαια!!!
Τον έδερνε  "δε το πάς καλά", "πάλαι το ίδιο τραγούδι", "όχι έτσι" γιατί ήτανε χορευτής κι εκείνος, αυτόνε τόνε σκοτώσανε εδώ μπροστά στο σπίτι μου, ένας χωροφύλακας τον σκότωσε το Γρηγόρη το Μπαμπαρέλο στεφανωνόντανε ο Βασίλης ο Μαστροβασίλης  ακριβώς την ίδια μέρα, και δεν θα τόνε σκότωνε, αλλά δεν την είχε ο Μπαμπαρέλος τη κουμπούρα στη μέση,  την είχε μέσα ο Μπαμπαρέλος στης γιαγιάς μου αφού ήταν μπροστά στο μώλο...


...Όπως το Μπαμπαρέλο το Νιόνιο τον είχανε στη φυλακή οι Ιταλοί, τα καταφέρνει όμως με τι τρόπους και βγαίνει και πάει πάνω στην Εγκλουβή, στην Εγκλουβή ήτανε ένας που λεγόντανε Κανέλος ισοβίτης στη φυλακή και με τους Ιταλούς ανοίξανε τις φυλακές και βγήκε, αλλά αυτός ήτανε φίλος του πατέρα του και του λέει "έλα δω ρε -του λέει- θα πάμε στο σπίτι μου απόψε -ήτανε Σάββατο- και αύριο πρωί θα σε πάω στο Κατωχώρι στη μάνα σου" εντάξει πήγε.
Το Κανέλο όμως ναι μεν που ήτανε εβδομήντα χρονών δεν του έβαζε χέρι κανένας, τόνε φοβότανε, με εγκλήματα όχι απλά εγκληματίας. Λέει πάμε να πάμε στην εκκλησία να τελειώσει η εκκλησία να πάμε στο σπίτι μου να φάμε και μετά θα πάμε με τα ποδάρια μας στο Κατωχώρι.
 Πάνε στην εκκλησία την ώρα που πάει να πάρει ο Κανέλος το αντίδωρο από το Παπά το'χώσανε ένα μαχαίρι από δω κι ένα μαχαίρι από κει.
Μέσα στην εκκλησία τόνε σκοτώσανε που έσκυψε να πάρει το αντίδωρο από το χέρι του Παπά.
 Ο Κανέλος μέσα στις τσέπες του είχε δύο χειροβομβίδες μεμιάς άπλωσε τα χέρια του αλλά του είχε κοπεί η πνοή, δηλαδή αν προλάβαινε να τις τραβήξει θα σκότωνε όλο το κόσμο μέσα στην εκκλησία, κι αφόσον σκοτώθηκε κι ο Κανέλος και τον πήρανε το Μπαμπαρέλο ο Γιανούλης ο αριστερός ο Πάνος τον πήρε στο Μύτικα,αφού τον πήγε στο Μύτικα , ο Μπαμπαρέλος ήτανε χορευτής αλλά ήτανε και πολύ γυναικάς ο μπαγάσας δεν υπολόγιζε δηλαδή να έρθει μες το σπίτι σου , κατάλαβες για τη γυναίκα μου για την αδερφή μου, εκεί με κάποια τα έμπλεξε και των ανταρτών εκεί πέρα δεν τους άρεσε το κόλπο εν τω μεταξύ ξέρανε πως ήτανε δεξιός εδώ πέρα πρέπει να το καθαρίσουμε και το πήρανε και το πήγανε στη Καντήλα παραπάνω από το Μύτικα πίσω από ένα εκκλησάκι κι εκεί πίσω τόνε σκοτώσανε.
 Η θεία μου η Κωνσταντίνα περίμενε ότι ζει και θα γυρίσει και θα κάμει, λέω ο Μπαμπαρέλος μια φορά πώζηγε -που ζούσε- ακόμα, άμα ήτανε εν τη ζωή ο Μπαμπαρέλος ώθε και να ήτανε και στο τρύπιο το κολοκύθι θα ερχότανε εδώ, αλλά είναι σκοτωμένος μας έχουνε πει από έγκυρες πηγές ότι τόνε σκοτώσανε το Μπαμπαρέλο, δεν υπάρχει περίπτωση να είναι ο Μπαμπαρέλος ζωντανός, κι όπως εκ των υστέρων αναφέρθηκε ότι τόνε σκοτώσανε, γιατί αν έζηγε  ο Μπαμπαρέλος σήμερα-τότε- θα ήτανε εβδομήντα εφτά εβδομήντα οχτώ χρονών.
ΕΡ.: Ογδόντα δύο πρέπει να ήτανε
ΑΠ.: Ογδόντα δύο; Γιατί ήτανε μεγαλύτερος από μένανε αλλά ήτανε παλικάρι...
ΕΡ.: Χορό αυτοί από το σόι σου μπάρμπα πως έμαθαν πως δικαιολογείται ότι είχατε μεγάλη έφεση στο χορό;
ΑΠ.: Χόρευε κι ο παππούλης μου, ο μόνος που δεν χόρευε είναι ο αδερφός του πατέρα μου αυτός που ζει, δεν απασχολούτανε με χορούς και με τέτοια, ο μπάρμπας μου ο Παντελής που τόνε σκότωσε η μοτοσικλέτα πάλαι, κι αυτός δεν έμαθε γιατί δεν έμπαινε στο χορό.
 Χορό καλό κάνει.. τα παιδιά του Παντελή η Σοφία καλό χορό και καλό τραγούδι στα δημοτικά.
ΕΡ.: Μπα!
ΑΠ.: Μωρέ μια φορά την είχανε ζητήσει αλλά..., να πάει για τραγουδίστρια, βέβαια! και χορεύει και καλά, κι ο αδερφός της ο Πάνος κι αυτός χορεύει καλά.
ΕΡ.: Αλλά κι ο Μπαμπαρέλος ανιψιός σας ήτανε
ΑΠ.: Ο Μπαμπαρέλος ήτανε εεε... ήμαστε πρώτα ξαδέρφια! γιατί η μάνα του  και ο πατέρας μου αδέρφια.
ΕΡ.: Ήταν  έτσι άτιμη πάστα ανθρώπου όπως λένε μπάρμπα;
ΑΠ.: Ποιός ο Μπαμπαρέλος; Είχε κάμει ατιμίες πολλές, ήτανε καβγατζής, δηλαδή όταν λέω καβγατζής δεν οπισθοχωρούσε κιόλας δεν έκανε πίσω...


...δεν είχε μυαλό αλλά καλός φιλότιμος μπορεί να τού 'λεγες τώρα Μπαβαρέλο  θα πάς στη Βασιλική με τα ποδάρια σου να μου πάρεις τσιγάρα, ήθελε να πάει με τα ποδάρια του ...


ΕΡ.: Μπάρμπα Στάθη θα μου πεις καμιά ιστορία, αξιόλογη για το Βλυχό το Κατωχώρι για την οικογένεια σου τα γλέντια; κάτι που να σου έχει μείνει;
ΑΠ.: Γλέντια εδώ γινότανε πολύ πολλά μόνο με το πανηγύρι της αγίας Κυριακής , τώρα δε γίνεται τίποτα, τώρα είναι άστα
ΕΡ.: Ο πατέρας σου χορό που έμαθε;
ΑΠ.: Μοναχός του, μόνος του
ΕΡ.: Τι παρουσίαζε στο χορό και λένε πως ήτανε καλός χορευτής;
ΑΠ.: Έκανε καλό χορό. Ο κλαριντζής, απ΄ότι λένε γιατί εγώ δεν είμαι χορευτής δεν του έμοιασα ο αδερφός μου ο Χριστόφορος λίγο, ο κλαριντζής άμα είναι ένας και δεν ξέρει, κοιτάζει τα ποδάρια του και παίζει κλαρίνο άμα το χάνει να του το φτιάξει αυτός με το κλαρίνο, εγώ του λέει την ώρα που χορεύω να κοιτάζεις το κλαρίνο σου εγώ χορεύω εδώ πέρα κι ο κλαριντζής παίζει εδώ πέρα, τα ποδάρια τα δικά μου ξέρω εγώ που πάνε, δεν είναι ανάγκη να μου φτιάξεις το χορό, ήξερε.
Την ώρα που εγώ παντρεύτηκα, εγώ παντρεύτηκα το 1946 δεκαέξι Μαΐου και είχα τρία ημερόνυχτα γάμο κλαρίνα εδώ, γιατί εδώ δεν ήτανε τίποτε, εδώ ήτανε θάλασσα από το σπίτι μας το παλιό απάνου από τον δρόμο τον απάνου, τι αυτοκίνητα να περάσουνε ήτανε την εποχή που ήτανε τα αντάρτικα, ερχόντανε εδώ κατσαπλιάδες πίσω αυτούθενε, ερχότανε οι Καλατζαίοι με τα αυτόματα πω πω! πολυβόλο κι αυτόματο. Αφού στο πάτο τη τρίτη ημέρα τελειώσαμε ότι σφαχτά είχαμε, μάγειρας ήτανε ο Σωτήρης ο Τζούμας έκανε το μάγειρα, στα τελευταία είχε κι η μάνα μου μια κατσίκα εσφάξανε και τη κατσίκα γιατί λέει ο Τζούμας και οι υπόλοιποι που ήτανε εκεί πέρα:
 ο Παπαπαλούκης λέει "δεν έχει τι να φάμε" του πατέρα μου,
Τη κατσίκα σφάξτετηνε-λέει ο πατέρας μου-
Η μάνα μου η κακομοίρα ήτανε φτωχιά οικογένεια, είχε μια κατσίκα λίγο γάλα λίγο τυράκι έδε τόσο έδε τόσο μας έφτιαχνε, είχε πέντε, έξι, εφτά κότες δύο αυγά να φάμε, γιατί εγώ όταν ήμουνα μικρός πριν  παντρευτώ δεν πήγαινα μες το καΐκι. έφευγε ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου μες το καΐκι να πάει πέρα στη Πρέβεζα έφερνε πέτρες , τα σπίτια γινότανε με πέτρες, κι εγώ έμενα με τη γριά, η καημένη η γριά είμαστε τέσσερα παιδιά εμείς κι η μάνα μου πέντε...


ΕΡ.: Το Μπαρμπαρέλο το Νιόνιο τόνε θυμάσαι εσύ να χορεύει μπάρμπα Στάθη;
ΑΠ.: Ναι!
ΕΡ.: Τι παρουσίαζε στο χορό; έκανε κόλπα;
ΑΠ.: Έκανε κόλπα εκτός το ωραίο το τσάμικο που χόρευε έβανε ένα τραπέζι ξύλινο που ήτανε την εποχή εκείνη και τρία ρακοπότηρα χοντρά τα λέγανε, πολύ-πολύ χοντρά κι έβανε το ένα πάνω στο άλλο ένα δύο τρία τόνε βάσταγε ο πατέρας μου.
ΕΡ.: Που τον έφτανε απάνω στο τραπέζι;
ΑΠ.: Τόνε κράταγε απάνου στο  τραπέζι χαμηλά, και χόρευε "την παπαδιά" και σάλταγε και πήγαινε απάνου στα ρακοπότηρα κι απάνου στο ένα ρακοπότηρο έφερνε δέκα στροφές και δεν έπεφτε, λες κι ήτανε ακροβάτης από το ένα ποτήρι στο άλλο, αφού σου λέω μια φορά ήτανε μες το καΐκι γιατί ερχότανε μες το καΐκι πόχαμε εμείς και φτιάχνανε τους δρόμους από τη Λευκάδα και είχε άμμους και τέτοια, ήτανε πάντα μες το καΐκι αυτός, είμαστε στη Πρέβεζα είχε φουρτούνα δε μπορίγαμε να φύουμε αράξαμε εκεί πέρα κι απέναντι η Πρέβεζα η παραλία πιο κοντά,
η παραλία είχε όλο κλαρίνα και του λέει ο Μπαμπαρέλος
-πάμε μπάρμπα;
-που να πάμε μωρέ -τ'λέει- τι να πάμε να κάνουμε;
-Ρε μπάρμπα πάμε,
Πήγανε σε μια μεριά και παραγγείλανε
Εγώ μέσα στο καΐκι, τώρα σαν από δω εδεκεί κι έβλεπα, παραγγείλανε ένα μπουκαλάκι κρασί, λέει ο Μπαβαρέλος
-θα χορέψουμε μπάρμπα;
-θα χορέψουμε; με τι αφού δεν έχομε λεφτά να πληρώσουμε;
-εγώ θα χορέψω
-να χορέψουμε
δίνουνε παραγγελία, ήρθε κάποτε η σειρά να σηκωθεί ο καπετάνιος,φωνάζουνε ο καπετάν Δημήτρης -ο πατέρας μου-, σηκώνεται μπαίνει ο Μπαβαρέλος, κι αφού μπαίνει στο χορό λέει ο πατέρας μου ένα τραπέζι με τρία ποτήρια εδώ [στο αφεντικό του μαγαζιού], την ώρα που ανέβηκε ο Μπαμπαρέλος απάνου στα ποτήρια όλη η παραλία συγκεντρωθήκανε λες και ήτανε πανηγύρι και είχανε μαζευτεί χίλια άτομα να βλέπουνε το Μπαμπαρέλο.
Από κάτου από το τραπέζι που είχανε του πατέρα μου, είχανε κεράσει καμιά πενηνταριά μπουκάλια κρασί,
 χόρεψε  ο Μπαμπαρέλος τρείς χορούς και δύο ο πατέρας μου και τελειώσανε, επήγανε και κάτσανε, σε δύο λεπτά πάει το αφεντικό που είχε το μαγαζί και λέει ο πατέρας μου:
-Ποιός είσαι εσύ;
-Το αφεντικό του μαγαζιού,
-ετούτα εδώ από κάτω τι να τα κάνουμε εμείς;
-τα κεράσματα είναι -λέει-
και κανονίσανε και τα πήρε πίσω και τους έδωσε τα λεφτά. Λέει κοιτάξτε με εδώ να έρχεστε το βράδυ εδώ θα χορεύετε όπως χορέψατε απόψε θα τρώτε και θα πίνετε ότι θέλετε κι αν έχεις και πλήρωμα μέσα στο καΐκι, και θα σας δίνω και δύο κατοστάρικα, εκείνη την εποχή...
ΕΡ.:Ποιά εποχή ήταν;
ΑΠ.:Πριν το πόλεμο το σαράντα
ΕΡ.:Εσύ θα ήσουνα καμιά δεκαριά χρονών;
ΑΠ.:Όχι το σαράντα καμιά δεκαπενταριά χρονών ήμουνα....
-λοιπόν διακόσιες το φαΐ σας και τα πάντα σας
-Έχουμε το καΐκι
-Ωραία το καΐκι αραγμένο εκεί
και δε σκέφτηκε ούτε ο πατέρας μου ούτε ο Μπαβαρέλος, ο πατέρας μου πιο πολύ, γιατί ο Μπαβαρέλος δεν είχε μυαλό για να σκεφτεί, να πει δυο κατοστάρικα εγώ δεν τα βγάζω πουθενά θα κάτσουμε εδώ πέρα όλο το καλοκαίρι κάθε μέρα διακόσιες δραχμές.
Κάθε βράδυ είχε εκειός, κάθε βράδυ κάθε βράδυ! το "Σαϊτάν παζάρ" εκεί μέσα στη Πρέβεζα.
Μη βλέπεις τώρα που γίνανε αριστοκρατία κάθε βράδυ  σε όλη τη παραλία μέχρι κάτου εκεί που αράζανε τα φέριμποτ ήτανε κλαρίνα όλα, κάθε δεύτερο σπίτι αυτό με κλαρίνα.
λέει: άντε μωρέ φύγε από δω που θα νέρτουμε να πουληθούμε σε σένανε
ΕΡ.:Ποιός το λέει;
ΑΠ.:Ο Μπαμπαρέλος έρχεται στο καΐκι έρχεται ο μπάρμπας μου ο Γιώργος κι ο μπάρμπας μου ο Παντελής κι ακούω εκεί που λέγανε ο μπάρμπας μου ο Παντελής
-μωρέ δε καθόμαστε εΐδώ να παίρνουμε τα κατοστάρικα και να τρώμε και να πίνουμε κιόλας;
Όχι δε κάτσανε σηκωθήκανε και φύγανε
'Ηρτε κατά την άλλη μέρα το πρωί, εμείς ετοιμαζόμαστε να φύγουμε να πάμε κάτω κει στο Σπάρτο, να φορτώσουμε πέτρα να τη φέρουμε στη Πρέβεζα.
Τα σπίτια τα φτιάνανε πέτρινα την εποχή εκείνη, πέτρες κουβαλάγαμε, δεν υπήρχαν αυτοκίνητα και τέτοια, να πηγαίνουνε και νά'ρχονται, κουβαλάγαμε εμείς ο Θύμιο δεκανιάς κι άλλα καΐκια κι ήρθαμε καμιά δεκαριά να πάμε κάτω κει να βγάλεις τις πέτρες να σπάσεις τις πέτρες νάρθεις να πάρεις πότε εξήντα πότε εβδομήντα πότε κατοστάρικο είχε αξία τότε, είχε τέσσερις δραχμές το ζευγάρι τα παπούτσια.
ΕΡ.: Τέτοιες σκηνές είχανε γίνει κι άλλες σε άλλα μέρη με το Μπαμπαρέλο;
ΑΠ.: Παντού! όταν ο Μπαμπαρέλος ήτανε στη φυλακή και πήγαμε εμείς στο Μεσολόγγι, ήτανε οι Ιταλοί, για να μπορέσουμε να τον δούμε είπανε ότι εγώ είμαι αδερφός του, στους Ιταλούς για να μας αφήσουν να τον ιδούμε. Εφόσον φτάσαμε εκεί , είμαστε εγώ  ο πατέρας μου κι ο μπάρμπας μου ο Γιώργος αυτός που ζει, κι επήγαμε εκεί. Εμένα μου είπαν: εσύ θα κλαίς! έκλαιγα εγώ είχα ένα μαντήλι δε μπόραγα κιόλας , ήρτε η ώρα να δούμε το Μπαμπαρέλο, και που τον είδαμε;
 Σε ένα δωμάτιο στο μάκρος που είναι το αμάξι λίγο πιο φαρδύ,  μέσα στο νερό  μέχρι το γόνατο, με το που ανοίξαμε ρούχα δεν είχε τίποτε μια φανελίτσα αθλητική του είχε απομείνει και την είχε δεμένη μπροστά και πίσω στο κώλο του , δεν είχε ούτε σώβρακο ούτε παντελόνι τίποτε και μες το νερό μέχρι το γόνα, είχε ψηλά μόνο ένα μικρό παραθυράκι με σιδεριά στο οποίο  εκατάφερνε να πιάνεται λιγάκι. Τα ποδάρια του είχανε μαλακώσει και τον είχανε μέσα κει φίλε μου έξι μήνες  κι έζησε, έζησε μέσα στο νερό. Από κει τον παίρνουμε και τον πάνε Αθήνα το περιλάβανε οι Γερμανοί.
Αφού το πήρανε οι Γερμανοί ήρθε η εποχή να πάει στο Χαϊδάρι για να εκτελεστεί είχε δικαστεί εις θάνατο, αφόσον έφτασε εκεί με διερμηνέα του λέει
-τελευταία σου επιθυμία;
-τελευταία μου επιθυμία, θέλω να πάω ένα χορό βλάχικο αν τον έχετε ακουστά
-δημοτικό θέλεις του λέει ο διερμηνέας ο ρουφιάνος ο Έλληνας
-ναι λέει εκείνος
-που να τα βρούμε ρε φίλε αυτά τα πράγματα;
-τελευταία μου επιθυμία πριν με σκοτώσετε αυτή είναι
Το καταφέρανε και του τη κάνανε την επιθυμία, οι Γερμανοί που έχουνε μεσάνυκτα από τέτοιους χορούς του χαρίσανε τη ζωή, τη μέρα που μπήκε στο χορό ο Μπαμπαρέλος και χόρευε ο διοικητής που ήτανε εκεί και τον εκοίταζε λέει πάρτε τον πίσω και τον πήρανε πίσω και του χαρίσανε τη ζωή και δεν τον τουφεκίσανε.
ΕΡ.:Γιατί τον είχανε καταδικάσει σε θάνατο είχε κάνει κανένα έγκλημα;
ΑΠ.:Είχε σκοτώσει έναν Ιταλό εδώ στη Λευκάδα γι'αυτό τον πήρε ο Κανέλος πως θα τον πάει στο Κατωχώρι και μετά τον περιλάβανε οι αντάρτες .
Είχε σκοτώσει έναν Ιταλό τόνε πήρανε από τις φυλακές , να τόνε μεταθέσουνε σε κάτι άλλες φυλακές, αλλά ο Μπαμπαρέλος είχε μια φαλτσέτα που είχανε οι τσαγκάρηδες είχε κι ένα μαγαζάκι ένα σακούλι που λέμε με τρία ρουχαλάκια  στο χέρι του.
  Τη φαλτσέτα την είχε μέσα στη κάλτσα του μια παλιό κάλτσα που φορούσε και λέει ένας Ιταλός το πάαινε καραμπινιέρης με ένα αυτό στη πλάτη, του λέει κουράστηκα και με το που κάνει πως θα βάλει το τσουβαλάκι κάτου βουτάει τη φαλτσέτα μέσα από τη κάλτσα του  με το που σηκώνεται απάνου μπουκάρει του Ιταλού, τον σπρώχνει σε μια άκρη και του παίρνει το τουφέκι, και πάει στο βουνό, πάει στην Εγκλουβή, στην Εγκλουβή  καταφέρνουνε και το πιάνουνε οι Ιταλοί και το πάνε εδώ στο Νυδρί κάτω που ήτανε τα Βερυκαίικα, όχι τώρα, εκεί είχανε αστυνομία οι Ιταλοί και τόνε βάζουνε μέσα με χειροπέδες, είχε ένα πάτωμα το σπίτι κάτι παλιοσανίδες, εν τω μεταξύ οι χειροπέδες που του είχανε βάλει είχανε κουρδιστεί, δηλαδή αν εσύ ήθελες να φύγεις αυτές σφίγγανε και σφίγγανε μέχρι να σου κόψει το χέρι, το κόβει το κόκαλο το σπάει, και πήγαιναν κάθε δυο τρεις ώρες και τις βάζανε πάλι. Ο Μπαβαρέλος ήθελε να τη κοπανήσει, όταν του τις ξεκουρδίσανε, πως να κάμει ήτανε παλιόσπιτο, πιάνει και ξεκαρφώνει μια σανίδα με τα δυο του χέρια, κρεμάστηκε κάτου στο υπόγειο, το υπόγειο είχε μια παλιόπορτα από πίσω μεριά, τη κοπανάει δεν το πήρανε χαμπάρι, και πάει στα Χαραδιάτικα, στα Χαραδιάτικα βρίσκει έναν γανωτή ήτανε καλαϊτζής γάνωνε τις κατσαρόλες που είχαμε τότες και καταφέρνει και του τις κόβει. Κόβει του Μπαβαρέλου τις τέτοιες,  καλά στο ποδάρι δεν τον έπιανες ούτε εσύ με το αυτοκίνητο, το πιάνει το βουνό πάει στο Κατωχώρι παίρνει τα φυσεκλίκια του και βγαίνει στο βουνό, αλλά τον έφαγε ο πούστης ο Γιαννούλης.
Αυτός τον έφαγε γιατί αυτός τόνε συνέλαβε.
ΕΡ.: Που εκεί προς το Καλλιγόνι;
ΑΠ.: Ναι γιατί τον έστειλε υποτίθεται ο Χρήστος ο Καλατζής με έγγραφα υποτίθεται  να τα πάει στη Λευκάδα στο διοικητή που ήτανε της εποχής, στο δρόμο όμως τόνε συνάντησε το επιτελείο του Πάνου του Γιανούλη και τον βουτάει, εμείς όμως το Γιανούλη τον γνωρίζαμε εκεί στη παραλία που πηγαίναμε με το καΐκι, εγώ γνώριζα και τον αδερφό του το Μήτρο εγνώριζα και το πατέρα του και τη μάνα του, αυτά τα δύο παιδιά είχανε.
Ο Μήτρος σκοτώθηκε πρώτος τον σκοτώσανε οι Καλατζαίοι από τα Χαραδιάτικα, το πιάνει ο Γιανούλης, με το πατέρα μου είχε ένα ξυλάκι σαν εκείνα που έχουνε ακόμα στη Λευκάδα οι Λευκαδίτες και ψάρευε , εγώ με τον αδερφό του  το Μήτρο είμαστε περίπου μια ηλικία, γιατί ερχότανε κάτω κει στα καΐκια που πέφταμε κολυμπάγαμε, βέβαια! Τόνε συναντάει κάποτε ο Κανατσούρης και του λέει βιάσου ωρέ μπάρμπα, ήξερε τώρα ο πατέρας μου ότι ήτανε δεξιός, ήτανε οπλαρχηγός των δεξιών στη Λευκάδα και ήτανε ενάμιση μέτρο.
Μωρέ πήρες εκείνο τον ανιψιό μου!
Μη φοβάσαι  ρε μπάρμπα θα τόνε πάρω πέρα στο Μύτικα στη Καντήλα δε βλέπουνε τίποτε.
Και το πήρανε πέρα στη Καντήλα και το χώσανε.. δεν είχε μυαλό κι ο Μπαμπαρέλος.
ΕΡ.: Είχε πάρει μέρος στη μάχη στη Πούντα;
ΑΠ.: Ναι ναι τότε επήρε μέρος εκεί.

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΑΚΗ ΚΑΡΑΜΠΟΙΚΗ Κ ΕΛΕΝΗ ΔΡΑΚΑΤΟΥ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ  ΑΠΟ ΕΛΕΝΗ ΔΡΑΚΑΤΟΥ 1913
ΑΠΟ ΕΞΑΝΘΕΙΑ ΤΟ 1999
Ο πατέρας μου ήτανε ο Βαγγέλης ο Γράψας που έπαιζε λαούτο, επίσης μάθαινε και χορό στις συγγένισσες αλλά και άλλες κοπέλες μέσα στο χωριό.
ΕΡ.: Το μπαρμπούνι το χορεύανε;
ΑΠ.: Το μπαρμπούνι είναι νεώτερος χορός, ένας Χόρτης δάσκαλος το είχε μάθει στα παιδιά στα Χορτάτα κι από αυτούς είδαμε κι εμείς μερικοί στην Εξάνθεια και το χορεύαμε.




ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΑΠΟ ΤΑΚΗ ΚΑΡΑΜΠΟΙΚΗ
ΑΠΟ ΑΓΙΟ ΗΛΙΑ ΤΟ
1999-
2008


Πρώτη φορά είδα τέτοιο φαινόμενο με το Μπαμπαρέλο στη πλατεία της Καρυάς. Όλα τα νταραβέρια διαλύσανε κι ο κόσμος όρθιος παρακολουθούσε. Κι ενώ έκανε όλα αυτά τα ωραία που συνήθιζε τον πιάνει στο τέλος ένας να πω ενθουσιασμός να πω έκσταση και αρχίζει να σκίνει ρούχα και φανέλες με τα δόντια του και βγάνει ένα μαχαίρι Πορσάνικο, δίνει μιά στο τραπέζι που ήτανε σιδερένιο, το τρυπάει κι άρχισε να ουρλιάζει. Αρχίσανε φοβισμένοι να φεύγουνε, δεν ξέρανε τι θα επακολουθήσει..

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΑΠΟ ΚΛΑΡΙΤΖΗ ΑΝΤΩΝΗ ΛΙΟΝΤΑΡΙΤΣΗ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΑΠΟ ΚΛΑΡΙΤΖΗ ΑΝΤΩΝΗ ΛΙΟΝΤΑΡΙΤΣΗ
 ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΑΡΤΟΧΩΡΙ ΤΟ 1997


Αναφέρει πληροφορίες σχετικά με τους χορούς, που χόρευαν μέσα στο Μεγανήσι όπως κι άλλες τοπικές μουσικές συνήθειες.

...Κοίταξε ήτανε κάποια τραγούδια που δεν τα χόρευε και τότε όλος ο κόσμος. Ήτανε κάτι μεγάλοι άνθρωποι...κάτι γυναίκες...Θυμάμαι εγώ στο Κατωμέρι που μέσα στο γάμο που γινόντανε όλη τη νύχτα θα βρισκώντανε και δυο τρείς γυναίκες ηλικιωμένες που θα τη χορεύανε τη Μηλιά.
ΕΡ.:Για τη Μηλιά δυο τρείς ε;
ΑΠ.:Ναι!
ΕΡ.:Για τα Τσιλίμπρια;
ΑΠ.:Τα τσιλίμπρια θυμάμαι στο Κατωμέρι ένα δυό που το χορεύανε αλλά τόχω ξεχάσει εντελώς.Δεν έχω στοιχεία γιατί δεν το ξαναπαίξαμε.
ΕΡ.:Τα λόγια;
ΑΠ.:Κάνα δυό στιχάκια ήτανε. Περισσότερο οργανικό το παίζανε.-αναφέρει τα στιχάκια αλλά δεν ακούγονται- Όπως και η παπαδιά που τη χορεύανε την ακούω και με λόγια. Όπως και η Μαριγάμπα.
ΕΡ.:Συρτό δεν ήτανε;
ΑΠ.:Συρτό οργανικό, σαν μπάλος μοιάζει. Το χορεύανε και τώρα πρόσφατα πρίν κάνα δυο χρόνια οι Μεγανησιώτες. Ήτανε συρτό, όχι σαν τη Μηλιά που έχει αλλαγές του καλαματιανού αργές ή γρήγορες. Έτσι το παίζουμε εμείς δηλαδή.Αλλά ξέρανε και την ώρα που άλλαζε ο ρυθμός μπαίνανε αμέσως στην αλλαγή του ρυθμού. Όπως και το Θειακό. Και τώρα ακόμα είναι μια Σπαρτοχωρίτισα εδώ που είναι παντρεμένη στα Σύβοτα, η οποία στο γάμο της Ζωίτσας του Κονιδάρη στο χωριό πριν τρία τέσσερα χρόνια, ζήτησε το Θειακό και τόνε χόρεψε.
ΕΡ.:Και πως την ακολουθούσανε οι άλλοι που δεν το ξέρανε;
ΑΠ.:Χαχα...εκείνη που έβλεπα όμως εγώ που το χόρευε το πήγαινε σωστά.
ΕΡ.:Εκτός από αυτή που το χόρευε θυμάσαι άλλους εδώ παλιότερα να το χορεύουνε στα πανηγύρια;
ΑΠ.:Όχι, τόνε χορεύανε καμιά φορά τα σχολεία τα δημοτικά. Τα παιδιά. Οπως εδώ και κάμποσα χρόνια που πήγαμε στο γάμο της Καρυάς. Έίχαμε κάνει ένα χορευτικό, γράψανε και μια κασέτα και τη χορεύανε. Θυμάμαι και την άλλη φορά που πέρασα από κει είχανε τη κασέτα μου και το χορεύανε πάλι.
ΕΡ.: Κανένα άλλο τραγούδι θυμάσαι εδώ να χορεύανε στα πανηγύρια; όπως το Μπαρμπούνι ή τα Καραβάκια; Έχουν πέσει στην αντίληψη σου;
ΑΠ.: Όχι θυμάμαι ένα τραγούδι που το λέγανε Λουλούκα. Αυτό μάλλον ήτανε Καλαματιανό, αλλά το χόρευε μόνο ένας άνθρωπος.
ΕΡ.: Μόνο ένας και τι έκανε; Σαν ζεϊμπέκικο;
ΑΠ.: Καλαματιανό ήτανε αλλά είχε βήματα ανοιχτά. Ο Μάναρης ο Νίκος, αυτός όταν έμπαινε στο χορό έβαζε τα χέρια του εδώ μπροστά κι έκανε βήματα μεγάλα πρώτα μπροστά και μετά πίσω. Κοντός ήτανε αλλά έκανε κάτι βήματα που τα 'χανες.
ΕΡ.: Εχει πολλά χρόνια πεθαμένος;
ΑΠ.: ΟΥ!Ήμουνα τότε εγώ είκοσι πέντε χρονών με τριάντα. Πρίν το
1950ΕΡ.: Τι λόγια λέει;
ΑΠ.: Είναι οργανικό,για τα Τσιλίμπρια μόνο στο Κατωμέρι μπορείς να βρείς κάτι ηλικιωμένες γυναίκες μεγάλες που ξέρουνε πολλά πράγματα.Γιατί θυμάμαι κάποτε που πήγαινα εκεί μου λέγανε εμένα να μου δώσουνε λόγια για να τα τραγουδήσω. Γράψτε τα λόγια έλεγα εγώ. Αλλά μετά έφυγα απ'το χωριό και μείνανε.
ΕΡ.: Θυμάσαι καμιά να μου πείς το όνομα της;
ΑΠ.: Δε θυμάμαι τώρα αλλά θα βρείς εκεί άμα ρωτήσεις. Είναι και Κατωμερίτες που θα σου πούνε και θα βρείς στοιχεία.
ΕΡ.: Για τον άλλο χορό τη Βόα θυμάσαι τίποτε;
ΑΠ.: Η Βόα ήτανε ένα τραγούδι που λέγανε ο τρατολόγοι στις τράτες για να κουνάνε τα κουπιά.
Θυμάμαι...Η Βόα ήτανε ένας ήχος για τρία τέσσερα ζευγάρια κουπιών που υπήρχανε. Αρχίναγε έτσι... Άιντε... -τελείωνε ο ήχος και μετά κουνούσανε τα κουπιά- έλα να πάμε... εκεί που λες... που φκιάνουν ...τα πουλιά φωλιές...
Στιχάκια τα οποία μπορείς από ημερολόγια να τα βρείς αλλά και να τα βγάλεις καισύ.
Βάλτε τα ξύλα στη φωτιά ξυπνάτε μαυρομάτες.
Ο Γιώργος ο Τσελεπής έλεγε καλά.Δεν ήτανε όλοι οι βοατζήδες να λένε καλά. Ήτανε κι ο Φιλίππος ετούτος εδώ.Αυτός ήτανε τόσο καλλίφωνος που όταν τον άκουγες καθόσουνα.Όχι για τα λόγια δηλαδή αλλά για το βυζαντινό ήχο.Εκειός που έλεγε τη βόα δεν τράβαγε κουπί για να μπορεί να τραγουδάει. Φεύγανε από τη σπηλιά κι από το Βαθύ και πηγαίνανε μέχρι Κραβασαρά. Εκεί πέρα καλάρανε τις τράτες για σαρδέλα κι άλλα ψάρια. Και στη Πρέβεζα επίσης. Παστώνανε και μέσα στις τράτες και πέρνανε κι από ένα βαρέλι σαρδέλα στα σπίτια τους. Έμπαινε στη θάλασσα το κουπί κι έμενε στον αέρα μέχρι να ξαναρχίσει το τραγούδι να τελειώσει και να ξαναμπεί. Με το τελείωμα μπαίνανε τα κουπιά και ματά βγαίνανε. Αφρίζανε τα νερά.
Νόμιζες ότι έχει μηχανή.
ΕΡ.: Έλεγε κι ο καπετάνιος;
ΑΠ.: Αν ήτανε καλλίφωνοι όπως οι Αγγελαίοι τότε λέγανε.
Εμένα μου ΄πανε βόα ότι λέγανε και στο τράβηγμα της τράτας την ώρα που μαζεύανε τα δίχτυα. Τραβάγανε με κρόκους θυμάμαι.
ΕΡ.: Τι είναι αυτό;
ΑΠ.: Είναι ένα σκοινί που έχει στο πάτο ένα καρούλι ξύλινο. Πανί δηλαδή που συνοδευότανε με σκοινί. Το έβανε εδώ και πήγαινε πίσω-πίσω με τις πλάτες. Μετά έφευγε και πήγαινε μπροστά. Μόλις ερχότανε στην άκρη και φαινόταν αν έχει ψάρια τα βγάνανε και με τα χέρια.
Τώρα τελευταία πάνε τρία τέσσερα άτομα για τη τράτα τότε ήτανε εφτά ή εννιά. Τώρα τη καλάρουνε με μηχανήματα που τραβάνε το δίχτυ με βίντσι. Την ώρα που τραβάγανε τη τράτα άμα πήγαινε κανένας και τους έλεγε αν έχει ψάρια παρεξηγούνταν. Δεν έκανε να τους ανακράζουνε, άμα ρωτάει το πρωί τον πατέρα μου που πάει παρεξηγούνταν. Άμα πήγαινε καλά η ψαριά μετά χορεύανε, είχανε όλοι κρασιά κι αμπέλια πολλά.
ΕΡ.: Ποιοί πίνανε το περισσότερο κρασί;
ΑΠ.: Οι Κατωμερίτες. Τους λέγαμε καρτεζινιάδες. Αυτήνοι το πρωί που θα σηκωθούνε θα πάνε στο καφενείο για να πιούνε. Δεν είχανε κυκλοφορήσει καλά-καλά εκειά τα χρόνια οι καφέδες. Τους καφέδες τους είχανε κάποιοι. Κολατσίζανε λίγο ψωμί πίνανε και μια κούπα κρασί και τι να τόνε κάμουνε το καφέ μετά;
ΕΡ.: Εδώ στα πανηγύρια τη χορεύανε καμιά φορά τη βόα μπάρμπα Αντώνη;
ΑΠ.: Εμένανε δε μου έτυχε, άκουσα που μου λέγανε ότι στο Κατωμέρι που κάνανε γλέντια μεταξύ τους χωρίς όργανα τραγουδάγανε και τη βόα και χορεύανε κι ένα τραγούδι το πιπέρι. Τη βόα όμως πολλές φορές την κάνανε στα σπίτια τους.
ΕΡ.: Πως πιανότανε;
ΑΠ.: Έτσι σταυρωτά. Τα ζωνάρια και τα παλιά τα χρόνια τα βάνανε για να θυμούνται και τους παλιότερους που τα φοράγανε στις γιορτές. Πιανόντανε σαν αλυσίδα από το ζωνάρι το ένα χέρι.
ΕΡ.: Το σκοινί το πιάνανε μπάρμπα Αντώνη όπως στη τράτα;
ΑΠ.: Δε θυμάμαι ακριβώς το σκοινί. Όμως εννοούσανε αυτό ακριβώς που λέγανε μέσα στη τράτα. Το λέγανε γυναίκες και άντρες ενώ στη τράτα τραγουδάγανε μόνο οι άντρες.
.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΝΙΚΟΥ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗ ΜΠΟΥΛΟΥ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΑΠΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΝΙΚΟ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗ ΜΠΟΥΛΟ
ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΩΧΩΡΙ
1999
ΚΑΣΕΤΑ Νο5
Αναφέρει πληροφορίες σχετικά με λαϊκά γλέντια που συνηθίζονταν στο Κατωχώρι τις δεκαετίες 50-70

... Η Παρέα ήταν ανιδιοτελής, πηγαίναμε στο σπίτι του κάθε φίλου παίρναμε μεζεδάκι πίναμε το κρασάκι αλλά σεβόμεθα την οικογένεια σαν να ήτανε δική μας δεν υπήρχε τίποτε το πονηρό μέσα γιατί ήτανε όλοι σαν να 'μαστε μια οικογένεια.
Εδώ αυτή η παρέα ήτανε και φίλοι και συνεργασία σ΄όλο το χωριό, κάποιες χρονιάρες μέρες η παρέα μπορεί να μην έτρωγε στο σπίτι της αλλά σε όλα τα σπίτια του χωριού, τρώγοντας μεζεδάκι πίνοντας κρασάκι και γλεντώντας με όλους του συγχωριανούς.
Αυτά τα λέγανε και στο καφενείο. Εδώ υπήρχε ένα συγκρότημα κλαρίνο και βιολί. Σε κάθε μας ευθυμία όταν θέλαμε να γλεντήσουμε τους φωνάζαμε σε όποιο καφενείο βρισκόμαστε, ερχότανε αυτοί πολλές φορές αφιλοκερδώς , άλλες φορές πληρώναμε. Θυμάμαι ήταν τέτοια η ευθυμία του χωριού πέρα στο καφενείο που δύο γέροι ηλικιωμένοι γύρω στα εξήντα πέντε χρονών περίπου να μπούνε στο χορό να χορεύουνε οι οποίοι ήτανε οικογενειάρχες με πολυμελή οικογένεια και χαλάσανε και λεφτά να φιλοδωρήσουνε τη παρέα τα όργανα και λέει ο ένας από αυτούς σας καλώ όλους όσοι είναι εδώ να πάμε σπίτι μου να σφάξουμε ένα αρνί να το φάμε, και πραγματικά έτσι έγινε μετά από λίγο.
ΕΡ.Που γινόντανε το γλέντι;
ΑΠ.Εδώ που καθόμαστε
ΕΡ.Ο άλλος γέρος ήτανε(;)...τέλος πάντων,επήγαμε λοιπόν στο σπίτι του μπάρμπα Στάθη του Κακωνά και κλαρίνο και λαγούτο και βιολί και είχαμε και μια λάτα που τη χτυπούσαμε σαν ταμπούρλο. Μόλις μπήκαμε στο κατώφλι ήταν τέτοιος ο θόρυβος και η αναστάτωση που μια γάτα που ήταν μέσα στο σπίτι πάνω στο βαγένι με το κρασί δίνει ένα σάλτο και έφυγε από τη καταρήχωση -τη στέγη- από τα κεραμίδια. Ξυπνήσανε οι γειτόνοι, το θυμάμαι ακόμη.
Το αρνί σε ένα μισάωρο ήταν έτοιμο το σφάξανε το κόψανε το βάλανε στη φωτιά και στο τηγάνι και το φάγαμε, κρασί καλό είχε αυτός...εγλέντησε όλη η οικογένεια μέχρι το πρωί. Τότε τα πρωινά δουλεύαμε πηγαίναμε στου Σπυρέλη τη μηχανή-ελαιοτριβείο- οι πιο πολλοί δουλεύαμε εδώ.
Αυτά γινότανε τακτικότατα, θυμάμαι εγώ ενώ δουλεύαμε στο υδραυλικό είχαμε τα βιολιά εδώ μέσα και είχαμε ένα αυτοκίνητο το φορτώναμε ελαιοπυρήνα και μέχρι να έρθει το αυτοκίνητο και να ξαναπάει εμείς χορεύαμε εδώ στο μαγαζί, ειλικρινά Σπύρο.
ΕΡ. Ποιοί είσαστε παρέα;
ΑΠ. Είμαστε ο Περικλής, ο Σπύρο Σπρέλης, εγώ ο μακαρίτης ο Πανούτσος, ο Μπούζης που να θυμηθώ τώρα κι άλλοι δυό τρείς.
Άλλη μια φορά είμαστε στο μαγαζί το δικό σας -στον Άι Δημήτρη-έλειπε ο μακαρίτης ο Πανούτσος
50απ' τη δική του γενιά.,
Ο δε πατέρας σου από το κέφι που είχε έπαιρνε τη πινιάτα και την έβαζε στο τραπέζι και τη γέμιζε με κρασί και την άδειαζε όλη από κάτω. Είχε ένα σκύλο ο μακαρίτης ο Πανούτσος το Μπήχτη και βουτάγανε το χοιρινό το ψητό μέσα στο κρασί και ο σκύλος εμέθαγε και γινότανε του Κουτρούλη ο γάμος, τα γέλια που εκάναμε...!
Αυτά κι άλλα γινότανε με απλά λόγια που λες Σπύρο, γινότανε κέφι και καλαμπούρι τελείως ανιδιοτελώς και με ευθυμία το χαιρότανε όλοι οι παριστάμενοι, δεν υπήρχε και τίποτε άλλη εκδήλωση Σπύρο ήτανε φτωχά τα χρόνια, ήτανε όμως γλεντζέδες, εδώ στο χωριό ήτανε πολλοί μερακλήδες μαζεύονταν από όλα τα χωριά του Δήμου Ελλομένου και γλεντούσαμε. Τότε ο κόσμος εγλένταγε σε κανένα πανηγύρι που γινότανε μια φορά το χρόνο σε κάθε χωριό, σε κανένα γάμο... δεν ήταν έτσι εύκολα τα γλέντια όπως τώρα που πάς σε ένα κέντρο και γλεντάς άμα θέλεις με τη παρέα σου. Γινότανε τέτοια και τις απόκριες αναπαραστάσεις γάμου εύθυμα πράγματα σταχτόματα γριές όπου γλένταγε όλο το χωριό. Τα θυμόσουνα εσύ;
Ο μακαρίτης ο Αντρέας ο Μπαρμπάκος , ο Περεκλή Παπάς, ο Μουτσούνας και πολλοί- πολλοί άλλοι ο Μπίλιος, εδώ τα παιδιά από το Βλυχό από το Μπόρο και εγέμιζε το χωριό.
ΕΡ. Επαίζανε τα κλαρίνα;
ΑΠ. Βέεεβαια...!!!
είχαμε πιεί κρασί και λέγαμε αστεία είχαμε φτιαχτεί καλά, ο πατέρας σου λοιπόν είχε χοιρινά, πάει και πιάνει ένα μικρό και λέει αυτό θα το σφάξω να το φάμε απόψε, να το ψήσουμε.Υπήρχε το γραμμόφωνο γλεντούσαμε αλλά ο Πάνος έλειπε και δεν ερχότανε με κανένα τρόπο. Αυτουνού του άρεσε ο μεζές και το ποτηράκι, για να τον κάνουμε να βγει λοιπόν τι κάνουμε: βάζουμε το χοιρινό μέσα σε ένα τσουβαλάκι μικρό, το βάζω εγώ υπό μάλης και πάμε στη πόρτα του δωματίου του, ακούει αυτός το χοιρινό και βγαίνει να δει τι γίνεται, μόλις βλέπει το χοιρινό του λέμε: "Για το μεζέ!!!" και πραγματικά έρχεται μαζί μας. Όμως τον φυλάγαμε να έρθει με ένα τσουβαλάκι με θειάφι και τ' ανεμίζουμε έτσι και τον γεμίσαμε.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΝΤΙΝΑΣ ΧΡΥΣΟΒΙΤΣΑΝΟΥ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΝΤΙΝΑ ΧΡΥΣΟΒΙΤΣΑΝΟΥ 


Αντιγραφή της συνέντευξης της Ντίνας Αργυρού Χρυσοβιτσάνου από τον άγιο Ηλία που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "τα νέα της Ρούμελης" φύλ.1966 12Απρίλιος 1966


Την Κωνσταντίνα Αργυρού Χρυσοβιτσάνου γνώρισα κατά τη διάρκεια της χοροδιδασκαλίας μου στα χωριά Άγιο Ηλία και Σύβρο μέσω των αδερφιών της Βασίλη και Θωμά το
Επικοινώνησα μαζί της τηλεφωνικά. Πολύ ευγενικά μου έστειλε το απόκομμα της εφημερίδας που ακολουθεί και μια κασέτα με διάφορες επιτυχίες της που κυκλοφόρησαν σε δίσκους της εποχής, και μου έδωσαν την εικόνα
 μιας πολύ μεγάλης φωνής.
Είναι η πρώτη που τραγούδησε τη "Μηλιά" σε δίσκο στη Λευκάδα. Εξού κι η τελευταία στροφή που είναι δική της διασκευή "Από λαγκάδι σε βουνό, μια περδικούλα κυνηγώ, μια περδικούλα κυνηγώ, στον 'Αι Λιά τη καρτερώ"


ΑΠΟΚΟΜΜΑ:
Από τη συνάδελφο "Τα νέα της Ρούμελης" (φυλ.
12 Απριλίου 1966) αναδημοσιεύουμε συνέντευξη της εκλεκτής στην Αθήνα συμπατριώτισσας μας εξ αγίου Ηλία καταγομένης κ. Ντίνας Αργυρού Χρυσονιτσάνου καλλιτέχνιδος του δημοτικού τραγουδιού αντί άλλου δείγματος αγάπης και εκτίμησης στην καλλιτεχνική προσφορά της που τιμά πραγματικά τη Λευκάδα.
 Η κ. Χρυσοβιτσάνου , επίσημος συνεργάτης των ραδιοφωνικών σταθμών της χώρας μας έχει γυρίσει μέχρι τώρα δεκάδες δίσκων δημοτικού τραγουδιού και είναι αυτή που πρώτη φωνογράφησε τη Μηλιά της Λευκάδας σε μια πιστή απόδοση , εκπροσωπεί επάξια την παράδοση των λεβέντικων τραγουδιών , και χαίρει της εκτιμήσεως των περιοχών Ρούμελης και Πελοποννήσου.





--
ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ

Μια παρέα από φίλους του τραγουδιού άκουσα που μιλούσε με ενθουσιασμό για τα λεβέντικα δημοτικά τραγούδια της Ντίνας Χρυσοβιτσάνου που ακούμε από τους ραδιοσταθμούς .Έτσι σκέφτηκα να την επισκεφτώ στο σπίτι της , για να της πάρω την παρακάτω συνέντευξη για "Τα νέα της Ρούμελης"
που ενδιαφέρονται για τις καλλιτεχνικές και πνευματικές αξίες της περιοχής μας.

Τη βρήκα να παίζει με τη κιθάρα μουσική σε καινούργιους στίχους. Εμπρός της ένα μεγάλο μαγνητόφωνο ηχογραφούσε το τραγούδι της. Δίπλα της ένα ραδιόφωνο και τον τοίχο κρεμασμένο ένα βιολί και ένα μπουζούκι καθώς και καλλιτεχνικά κάδρα. Έτσι βρέθηκα σε καλλιτεχνικό περιβάλλον που με βεβαίωσαν τα μουσικά της έργα σε δίσκους ότι την έχουν ανεβάσει τόσο ψηλά. Σήμερα η Ντίνα Χρυσοβιτσάνου είναι συγγραφέας , συνθέτης εκτελεστής και μαέστρος των μουσικών της έργων.
ΕΡΩΤ.: Θέλω να μου πείτε κ Χρυσοβιτσάνου ,που σπουδάσατε και ανεβήκατε τόσα σκαλοπάτια φθάνοντας στους δίσκους με δικούς σας ήχους, μουσική και φωνή και διευθύνοντας η ίδια την ορχήστρα του στούντιο;
ΑΠΑΝΤ.: Είμαι αυτοδίδακτη με σπούδασε το ταλέντο μου.
ΕΡΩΤ.: Δεν κατάλαβα τι εννοείτε;
ΑΠΑΝΤ.: Θέλω να σας πω για να μάθουν όσοι δεν με γνωρίζουν ότι ο συγγραφέας ο σκηνοθέτης ο τραγουδιστής ο μουσικός αν δεν τον γέννησε η φύσις δεν φτιάχνεται με οσαδήποτε χρήματα και αν διαθέτει.
ΕΡΩΤ.: Εδώ ακούμε πολλές και πολλούς που τραγουδούν γιατί δεν γυρίζουν δίσκους;
ΑΠ.: Δεν έχουν μεταλλική φωνή ή δεν είναι μουσικά καταρτισμένοι, ή δεν μπορούν να περάσουν τα εμπόδια για να φθάσουν στο δίσκο. Είμαι βεβαία ότι η Ελλάδα έχει μεγάλο καλλιτεχνικό πλούτο.
ΕΡ.: Ποιό όργανο παίζετε όταν μελοποιείτε τα τραγούδια σας;
ΑΠ.: Τα τραγούδια μου τα συνθέτω με τη κιθάρα και τα λαϊκά με το μπουζούκι, ενώ παίζω και βιολί και χαβάγια.
ΕΡ.: Έχετε συνεργασία με ραδιοφωνικούς σταθμούς;
ΑΠ.: Είμαι επίσημος συνεργάτης των ραδιοφωνικών σταθμών Μεσολογγίου, Αμαλιάδος, Πύργου ,Ναυπάκτου, Θεσσαλονίκης, επίσης άλλοι επτά σταθμοί 
βάζουν ανελλιπώς τραγούδια μου, τα οποία στέλνονται και σε πολλές άλλες χώρες.


ΕΡ.: Τι γνώμη έχετε για τα τραγούδια στην Ελλάδα;
ΑΠ.: Τα δημοτικά τραγούδια πιο πριν από το 
1821 ήταν μοιρολόγια και κλέφτικα. Κατόπιν εξελίχθησαν σε μουσικοχορευτικό ρυθμό. Είναι τα μόνα τραγούδια που μας μιλούν για πατρίδα, θυσίες πόνους για την αγνή αγάπη. Είναι το τραγούδι της μάνας και του γάμου. Είναι το τραγούδι που μας μιλά για τη φύση για τα βουνά, τους κάμπους τις ρεματιές τις βρυσούλες τα δέντρα και τα πουλιά που κελαηδούν και τα λουλούδια. Είναι το τραγούδι της φυλής μας γι' αυτό και το αγαπώ γιατί σε συγκινεί πολύ. Επίσης καλά είναι τα ελαφρά τραγούδια.

ΕΡ.: Τι γνώμη έχετε για το λαϊκό τραγούδι;
ΑΠ.: Το ελληνικό λαϊκό τραγούδι-ρεμπέτικο- υπήρχε πριν από τον πόλεμο και μετά εξελίχθηκε σε λαϊκό τραγούδι με ξένη μουσική που φτιάξανε Έλληνες συνθέτες και το δώσανε στον Ελληνικό που δυστυχώς, ότι του δώσουμε για ψυχαγωγία το καλοδέχεται.
ΕΡ.: Θα γυρίσετε λαϊκά τραγούδια σε δίσκους;
ΑΠ.: Θα γυρίσω συνθέσεις που ετοιμάζω αφού πρώτα συμπληρώσω ένα αριθμό δίσκων από δημοτικά τραγούδια που έχω ετοιμάσει , και για να τελειώνουμε , όλες οι ξένες μουσικές σε λαϊκό τραγούδι ήδη προκαλούν οι περισσότερες συνθέσεις αηδία εις τους ακροατές και δεν αργεί η ημέρα που θα παύσουν να έχουν τη ζήτηση που έχουν σήμερα, ενώ τα δημοτικά τραγούδια τα ελαφρά τα λαϊκά και κάθε τραγούδι με ελληνική μουσική θα παραμείνουν ως τα μόνα τραγούδια που έχουν ζήτηση και που ήδη τα ξαναζητούν.


Και είναι η μόνη συγγραφεύς και συνθέτης στην Ελλάδα που μεταπολεμικώς γύρισε σε δίσκους τραγούδια εθνικά, πατριωτικά, όπως Α. Καραϊσκάκη αθάνατε Β. Του Διάκου η μάνα Γ.Στις ράχες του Ταΰγετου, τσάμικα, Επίσης Δ.τον Κατσαντώνη Ε.Το Μεσολόγγι, κλέφτικα.
Της ευχόμεθα συνεχείς επιτυχίες.
ΣΠ.ΑΓΓ.
1997








ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΝΙΚΟΥ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗ ΜΠΑΛΕΡΤΑ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΑΠΟ ΝΙΚΟ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗ ΜΠΑΛΕΡΤΑ 
ΑΠΟ ΕΓΚΛΟΥΒΗ ΤΟ 2006


ΕΡ.:Ο πατέρας σου χόρευε τα καραβάκια παλιά μπάρμπα Νίκο;
ΑΠ.:Ναι!που το ξέρεις εσύ;
ΕΡ.:Μου το είπανε Νιχωρήτες,εσύ τα χορεύεις;
ΑΠ.:Όχι.Εγώ δεν έμαθα χορό.
ΕΡ.:Κι ο πατέρας σου παλιά πως τόχε μάθει;
Το χορεύανε όλοι οι Εγκλουβισάνοι ή το είχε δείξει κανένας δάσκαλος;
ΑΠ.:Μπα μάλλον από το σχολείο τούχανε γιατί μόνο τρία άτομα το χορεύανε πάντα.Και μάλιστα παραπερνούσανε στο γλέντι με το στόμα ποιός θα το πεί και θα το χορέψει καλύτερα.
ΕΡ.:Ποιοί το χορεύανε μπάρμπα Νίκο; Ο πατέρας μου Κοντογιώργης Παναγιώτης του Νικολάου-Μπαλέρτας
η Τασία του Μωραίτη από το Νιχώρι που ήτανε παντρεμένη στην Εγκλουβή με το Στάθη Θερμό-Γκόβαρη και η Τασία του Θερμού που ήτανε γυναίκα του Φραγκούλη του Σπύρου.
ΕΡ.:Τα λόγια τα θυμάσαι μπάρμπα Νίκο;
ΑΠ.:Πως!
"τρία καραβάκια 'ρμενίζαν στα βάθη του πελάου,
το'να αρμενίζει με βοριά, τ' άλλο με τραμουντάνα όμορφη μου μαντζουράνα.
Γιέ μ' και τα, γιέ μ' και τ' άλλο με μαΐστρο έρχομαι και δε, έρχομαι και δε σε βρίσκω"