Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΜΠΑΜΠΑΡΕΛΟΥ ΤΟΥ ΚΑΛΥΤΕΡΟΥ ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΧΟΡΕΥΤΉ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΟΣ



ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΑΠΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΣΤΑΘΗ ΠΑΠΑΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟ ΚΑΝΑΤΣΟΥΡΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΛΥΧΟ ΤΟ 2002 ΚΑΣΕΤΑ Νο10


Αναφέρει  πληροφορίες σχετικά με το μεγαλύτερο χορευτή του νησιού προπολεμικά το Διονύσιο Καββαδά Μπαμπαρέλο όπως και για τον πατέρα του.


ΕΡ.:..... Με λίγα λόγια  κι πατέρας κι ο παππούλης σου τη περιουσία τη κάνανε να;
ΑΠ.: Τερτσα πιρα παρολι γίνηκε η περιουσία.
ΕΡ.: Ήταν άνθρωποι  που τους ενδιέφερε ο χορός και το γλέντι;
ΑΠ.: Όπως σου είχα πει την άλλη φορά, ο πρώτος αδερφός από μένανε πέθανε, και στις 9 γινόταν πανηγύρι της αγίας Κυριακής  κι ο πατέρας μου    απ'ότι μόλεγε η μάνα μου επήγε στο χορό να χορέψει γιατί ήτανε...!
Σ΄λέω τελευταία πόθελε να πεθάνει πριν φτιάξουμε  το σπίτι αυτό είχαμε μια κουζινούλα κι είχε ένα ραδιάκι, ήξερε ποιά ώρα βάνανε τα δημοτικά και πάγαινε και το βάνε  και καθότανε απάνω στο τραπέζι και κουνιότανε κι έκλαιγε, ε δε μπορούσε και καθότανε πάνω στο τραπέζι και κουνιότανε κι έκλαιγε, δε μπορούσε να σηκωθεί να τραγουδήσει  και να χορέψει κατάλαβες;
Και μια χρονιά που ήρθα  εγώ της αγίας Κυριακής,  ξεμπαρκάρισα  και ήρθα κάτω να τόνε δω, γιατί ερχόμουνα... γινότανε πανηγύρι κι εδώ από κάτω στου Αλεγραμμά του Λεωνίδα το μαγαζί είχανε χορό και με πιάνει και μου λέει -γιατί πολύ πιο μικρό γέρο τον έλεγα κι εγώ γέρο με έλεγε κι εκείνος,- μου λέει: "γέρο πάμε να χορέψω  γιατί δεν θα ζήσω άλλη χρονιά να χορέψω".
-Σώπα μωρέ πατέρα του λέω.
Τον πήρα εγώ, φρέσκος ξέμπαρκος ήμουνα, είχα και παραδάκι, τον πήρα τον πάω εκεί.
Οι κλαριντζήδες τόνε γνωρίζανε όλοι, και οι τραγουδίστριες! δεν υπήρχε... , κι όταν επήγα εκεί, ήρθε η ώρα και κι έδωσα ένα χαρτάκι κι αυτά, και φωνάζουνε λοιπόν : "ο Μπάρμπα Μήτσος ο Κανατσούρης σειρά"
Σηκώνομαι εγώ να τον κρατήσω, από πίσω ήρθε κι ο μπάρμπα Γιάννης ο Σπρέλης κατάλαβες; Και ξέρω 'γώ ποιοι άλλοι, και την ώρα που μπαίνει στο χορό ο πατέρας μου- εξέρανε οι κλαριντζήδες  τι χορό  χρειάζεται να χορέψεις-,Το πρώτο τραγούδι του ήτανε "τώρα είναι ο Μάης και η άνοιξη τώρα είναι καλοκαίρι" και δεύτερο "κίνησαν τα καράβια"
το τσάμικο.
Το καιρό που βάλανε το "κινήσανε τα καράβια" πάνου πού'χανε ένα πάλκο η τραγουδίστρια  και οι κλαριτζήδες και οι βιολιτζήδες ήτανε, εκατεβήκανε γύρω γύρω από το πατέρα μου το Κανατσούρη που χόρευε, γιατί όταν εχόρευε ο Κανατσούρης και τον κοίταζες έλεγες πως δεν πατούγανε τα πόδια του στη γη,
ΕΡ.: Χόρευε δηλαδή στις μύτες;
ΑΠ.: Ήτανε άφθαστος , σου έχω πει  ότι αυτός ήτανε καλός χορευτής, ο μπάρμπα Γιώργος ο Τζελαίος, θα έχεις ακούσει δεν ξέρω αν τόνε πρόφτασες, καλός χορευτής ήτανε ο Γιάννης ο Σπρέλης, ο Νιόνιο Δεκανίας  καλός χορευτής ο πατέρας  μου, κι ο Μπαρμπαρέλος  νούμερο ένα  δεν υπήρχε δεύτερος, αυτόνε τόνε σκοτώσανε  πέρα στη Καντήλα.Αυτός.. δεύτερος τέτοιος χορευτής στο τσάμικο ούτε γεννήθηκε ούτε και θα γεννηθεί, αλλά για να μάθει χορό ο πατέρας του -Γληγόρη τόνε λέγανε το πατέρα του τον άντρα της  θείας μου της Κωνσταντίνας- τόνε έβανε στο χορό, είχανε γραμμόφωνο από κείνο εκεί το τέτοιο, κι άμα δεν το πήγαινε καλά του έκοβε τρία χέρια ξύλο για να μάθει χορό, βέβαια!!!
Τον έδερνε  "δε το πάς καλά", "πάλαι το ίδιο τραγούδι", "όχι έτσι" γιατί ήτανε χορευτής κι εκείνος, αυτόνε τόνε σκοτώσανε εδώ μπροστά στο σπίτι μου, ένας χωροφύλακας τον σκότωσε το Γρηγόρη το Μπαμπαρέλο στεφανωνόντανε ο Βασίλης ο Μαστροβασίλης  ακριβώς την ίδια μέρα, και δεν θα τόνε σκότωνε, αλλά δεν την είχε ο Μπαμπαρέλος τη κουμπούρα στη μέση,  την είχε μέσα ο Μπαμπαρέλος στης γιαγιάς μου αφού ήταν μπροστά στο μώλο...


...Όπως το Μπαμπαρέλο το Νιόνιο τον είχανε στη φυλακή οι Ιταλοί, τα καταφέρνει όμως με τι τρόπους και βγαίνει και πάει πάνω στην Εγκλουβή, στην Εγκλουβή ήτανε ένας που λεγόντανε Κανέλος ισοβίτης στη φυλακή και με τους Ιταλούς ανοίξανε τις φυλακές και βγήκε, αλλά αυτός ήτανε φίλος του πατέρα του και του λέει "έλα δω ρε -του λέει- θα πάμε στο σπίτι μου απόψε -ήτανε Σάββατο- και αύριο πρωί θα σε πάω στο Κατωχώρι στη μάνα σου" εντάξει πήγε.
Το Κανέλο όμως ναι μεν που ήτανε εβδομήντα χρονών δεν του έβαζε χέρι κανένας, τόνε φοβότανε, με εγκλήματα όχι απλά εγκληματίας. Λέει πάμε να πάμε στην εκκλησία να τελειώσει η εκκλησία να πάμε στο σπίτι μου να φάμε και μετά θα πάμε με τα ποδάρια μας στο Κατωχώρι.
 Πάνε στην εκκλησία την ώρα που πάει να πάρει ο Κανέλος το αντίδωρο από το Παπά το'χώσανε ένα μαχαίρι από δω κι ένα μαχαίρι από κει.
Μέσα στην εκκλησία τόνε σκοτώσανε που έσκυψε να πάρει το αντίδωρο από το χέρι του Παπά.
 Ο Κανέλος μέσα στις τσέπες του είχε δύο χειροβομβίδες μεμιάς άπλωσε τα χέρια του αλλά του είχε κοπεί η πνοή, δηλαδή αν προλάβαινε να τις τραβήξει θα σκότωνε όλο το κόσμο μέσα στην εκκλησία, κι αφόσον σκοτώθηκε κι ο Κανέλος και τον πήρανε το Μπαμπαρέλο ο Γιανούλης ο αριστερός ο Πάνος τον πήρε στο Μύτικα,αφού τον πήγε στο Μύτικα , ο Μπαμπαρέλος ήτανε χορευτής αλλά ήτανε και πολύ γυναικάς ο μπαγάσας δεν υπολόγιζε δηλαδή να έρθει μες το σπίτι σου , κατάλαβες για τη γυναίκα μου για την αδερφή μου, εκεί με κάποια τα έμπλεξε και των ανταρτών εκεί πέρα δεν τους άρεσε το κόλπο εν τω μεταξύ ξέρανε πως ήτανε δεξιός εδώ πέρα πρέπει να το καθαρίσουμε και το πήρανε και το πήγανε στη Καντήλα παραπάνω από το Μύτικα πίσω από ένα εκκλησάκι κι εκεί πίσω τόνε σκοτώσανε.
 Η θεία μου η Κωνσταντίνα περίμενε ότι ζει και θα γυρίσει και θα κάμει, λέω ο Μπαμπαρέλος μια φορά πώζηγε -που ζούσε- ακόμα, άμα ήτανε εν τη ζωή ο Μπαμπαρέλος ώθε και να ήτανε και στο τρύπιο το κολοκύθι θα ερχότανε εδώ, αλλά είναι σκοτωμένος μας έχουνε πει από έγκυρες πηγές ότι τόνε σκοτώσανε το Μπαμπαρέλο, δεν υπάρχει περίπτωση να είναι ο Μπαμπαρέλος ζωντανός, κι όπως εκ των υστέρων αναφέρθηκε ότι τόνε σκοτώσανε, γιατί αν έζηγε  ο Μπαμπαρέλος σήμερα-τότε- θα ήτανε εβδομήντα εφτά εβδομήντα οχτώ χρονών.
ΕΡ.: Ογδόντα δύο πρέπει να ήτανε
ΑΠ.: Ογδόντα δύο; Γιατί ήτανε μεγαλύτερος από μένανε αλλά ήτανε παλικάρι...
ΕΡ.: Χορό αυτοί από το σόι σου μπάρμπα πως έμαθαν πως δικαιολογείται ότι είχατε μεγάλη έφεση στο χορό;
ΑΠ.: Χόρευε κι ο παππούλης μου, ο μόνος που δεν χόρευε είναι ο αδερφός του πατέρα μου αυτός που ζει, δεν απασχολούτανε με χορούς και με τέτοια, ο μπάρμπας μου ο Παντελής που τόνε σκότωσε η μοτοσικλέτα πάλαι, κι αυτός δεν έμαθε γιατί δεν έμπαινε στο χορό.
 Χορό καλό κάνει.. τα παιδιά του Παντελή η Σοφία καλό χορό και καλό τραγούδι στα δημοτικά.
ΕΡ.: Μπα!
ΑΠ.: Μωρέ μια φορά την είχανε ζητήσει αλλά..., να πάει για τραγουδίστρια, βέβαια! και χορεύει και καλά, κι ο αδερφός της ο Πάνος κι αυτός χορεύει καλά.
ΕΡ.: Αλλά κι ο Μπαμπαρέλος ανιψιός σας ήτανε
ΑΠ.: Ο Μπαμπαρέλος ήτανε εεε... ήμαστε πρώτα ξαδέρφια! γιατί η μάνα του  και ο πατέρας μου αδέρφια.
ΕΡ.: Ήταν  έτσι άτιμη πάστα ανθρώπου όπως λένε μπάρμπα;
ΑΠ.: Ποιός ο Μπαμπαρέλος; Είχε κάμει ατιμίες πολλές, ήτανε καβγατζής, δηλαδή όταν λέω καβγατζής δεν οπισθοχωρούσε κιόλας δεν έκανε πίσω...


...δεν είχε μυαλό αλλά καλός φιλότιμος μπορεί να τού 'λεγες τώρα Μπαβαρέλο  θα πάς στη Βασιλική με τα ποδάρια σου να μου πάρεις τσιγάρα, ήθελε να πάει με τα ποδάρια του ...


ΕΡ.: Μπάρμπα Στάθη θα μου πεις καμιά ιστορία, αξιόλογη για το Βλυχό το Κατωχώρι για την οικογένεια σου τα γλέντια; κάτι που να σου έχει μείνει;
ΑΠ.: Γλέντια εδώ γινότανε πολύ πολλά μόνο με το πανηγύρι της αγίας Κυριακής , τώρα δε γίνεται τίποτα, τώρα είναι άστα
ΕΡ.: Ο πατέρας σου χορό που έμαθε;
ΑΠ.: Μοναχός του, μόνος του
ΕΡ.: Τι παρουσίαζε στο χορό και λένε πως ήτανε καλός χορευτής;
ΑΠ.: Έκανε καλό χορό. Ο κλαριντζής, απ΄ότι λένε γιατί εγώ δεν είμαι χορευτής δεν του έμοιασα ο αδερφός μου ο Χριστόφορος λίγο, ο κλαριντζής άμα είναι ένας και δεν ξέρει, κοιτάζει τα ποδάρια του και παίζει κλαρίνο άμα το χάνει να του το φτιάξει αυτός με το κλαρίνο, εγώ του λέει την ώρα που χορεύω να κοιτάζεις το κλαρίνο σου εγώ χορεύω εδώ πέρα κι ο κλαριντζής παίζει εδώ πέρα, τα ποδάρια τα δικά μου ξέρω εγώ που πάνε, δεν είναι ανάγκη να μου φτιάξεις το χορό, ήξερε.
Την ώρα που εγώ παντρεύτηκα, εγώ παντρεύτηκα το 1946 δεκαέξι Μαΐου και είχα τρία ημερόνυχτα γάμο κλαρίνα εδώ, γιατί εδώ δεν ήτανε τίποτε, εδώ ήτανε θάλασσα από το σπίτι μας το παλιό απάνου από τον δρόμο τον απάνου, τι αυτοκίνητα να περάσουνε ήτανε την εποχή που ήτανε τα αντάρτικα, ερχόντανε εδώ κατσαπλιάδες πίσω αυτούθενε, ερχότανε οι Καλατζαίοι με τα αυτόματα πω πω! πολυβόλο κι αυτόματο. Αφού στο πάτο τη τρίτη ημέρα τελειώσαμε ότι σφαχτά είχαμε, μάγειρας ήτανε ο Σωτήρης ο Τζούμας έκανε το μάγειρα, στα τελευταία είχε κι η μάνα μου μια κατσίκα εσφάξανε και τη κατσίκα γιατί λέει ο Τζούμας και οι υπόλοιποι που ήτανε εκεί πέρα:
 ο Παπαπαλούκης λέει "δεν έχει τι να φάμε" του πατέρα μου,
Τη κατσίκα σφάξτετηνε-λέει ο πατέρας μου-
Η μάνα μου η κακομοίρα ήτανε φτωχιά οικογένεια, είχε μια κατσίκα λίγο γάλα λίγο τυράκι έδε τόσο έδε τόσο μας έφτιαχνε, είχε πέντε, έξι, εφτά κότες δύο αυγά να φάμε, γιατί εγώ όταν ήμουνα μικρός πριν  παντρευτώ δεν πήγαινα μες το καΐκι. έφευγε ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου μες το καΐκι να πάει πέρα στη Πρέβεζα έφερνε πέτρες , τα σπίτια γινότανε με πέτρες, κι εγώ έμενα με τη γριά, η καημένη η γριά είμαστε τέσσερα παιδιά εμείς κι η μάνα μου πέντε...


ΕΡ.: Το Μπαρμπαρέλο το Νιόνιο τόνε θυμάσαι εσύ να χορεύει μπάρμπα Στάθη;
ΑΠ.: Ναι!
ΕΡ.: Τι παρουσίαζε στο χορό; έκανε κόλπα;
ΑΠ.: Έκανε κόλπα εκτός το ωραίο το τσάμικο που χόρευε έβανε ένα τραπέζι ξύλινο που ήτανε την εποχή εκείνη και τρία ρακοπότηρα χοντρά τα λέγανε, πολύ-πολύ χοντρά κι έβανε το ένα πάνω στο άλλο ένα δύο τρία τόνε βάσταγε ο πατέρας μου.
ΕΡ.: Που τον έφτανε απάνω στο τραπέζι;
ΑΠ.: Τόνε κράταγε απάνου στο  τραπέζι χαμηλά, και χόρευε "την παπαδιά" και σάλταγε και πήγαινε απάνου στα ρακοπότηρα κι απάνου στο ένα ρακοπότηρο έφερνε δέκα στροφές και δεν έπεφτε, λες κι ήτανε ακροβάτης από το ένα ποτήρι στο άλλο, αφού σου λέω μια φορά ήτανε μες το καΐκι γιατί ερχότανε μες το καΐκι πόχαμε εμείς και φτιάχνανε τους δρόμους από τη Λευκάδα και είχε άμμους και τέτοια, ήτανε πάντα μες το καΐκι αυτός, είμαστε στη Πρέβεζα είχε φουρτούνα δε μπορίγαμε να φύουμε αράξαμε εκεί πέρα κι απέναντι η Πρέβεζα η παραλία πιο κοντά,
η παραλία είχε όλο κλαρίνα και του λέει ο Μπαμπαρέλος
-πάμε μπάρμπα;
-που να πάμε μωρέ -τ'λέει- τι να πάμε να κάνουμε;
-Ρε μπάρμπα πάμε,
Πήγανε σε μια μεριά και παραγγείλανε
Εγώ μέσα στο καΐκι, τώρα σαν από δω εδεκεί κι έβλεπα, παραγγείλανε ένα μπουκαλάκι κρασί, λέει ο Μπαβαρέλος
-θα χορέψουμε μπάρμπα;
-θα χορέψουμε; με τι αφού δεν έχομε λεφτά να πληρώσουμε;
-εγώ θα χορέψω
-να χορέψουμε
δίνουνε παραγγελία, ήρθε κάποτε η σειρά να σηκωθεί ο καπετάνιος,φωνάζουνε ο καπετάν Δημήτρης -ο πατέρας μου-, σηκώνεται μπαίνει ο Μπαβαρέλος, κι αφού μπαίνει στο χορό λέει ο πατέρας μου ένα τραπέζι με τρία ποτήρια εδώ [στο αφεντικό του μαγαζιού], την ώρα που ανέβηκε ο Μπαμπαρέλος απάνου στα ποτήρια όλη η παραλία συγκεντρωθήκανε λες και ήτανε πανηγύρι και είχανε μαζευτεί χίλια άτομα να βλέπουνε το Μπαμπαρέλο.
Από κάτου από το τραπέζι που είχανε του πατέρα μου, είχανε κεράσει καμιά πενηνταριά μπουκάλια κρασί,
 χόρεψε  ο Μπαμπαρέλος τρείς χορούς και δύο ο πατέρας μου και τελειώσανε, επήγανε και κάτσανε, σε δύο λεπτά πάει το αφεντικό που είχε το μαγαζί και λέει ο πατέρας μου:
-Ποιός είσαι εσύ;
-Το αφεντικό του μαγαζιού,
-ετούτα εδώ από κάτω τι να τα κάνουμε εμείς;
-τα κεράσματα είναι -λέει-
και κανονίσανε και τα πήρε πίσω και τους έδωσε τα λεφτά. Λέει κοιτάξτε με εδώ να έρχεστε το βράδυ εδώ θα χορεύετε όπως χορέψατε απόψε θα τρώτε και θα πίνετε ότι θέλετε κι αν έχεις και πλήρωμα μέσα στο καΐκι, και θα σας δίνω και δύο κατοστάρικα, εκείνη την εποχή...
ΕΡ.:Ποιά εποχή ήταν;
ΑΠ.:Πριν το πόλεμο το σαράντα
ΕΡ.:Εσύ θα ήσουνα καμιά δεκαριά χρονών;
ΑΠ.:Όχι το σαράντα καμιά δεκαπενταριά χρονών ήμουνα....
-λοιπόν διακόσιες το φαΐ σας και τα πάντα σας
-Έχουμε το καΐκι
-Ωραία το καΐκι αραγμένο εκεί
και δε σκέφτηκε ούτε ο πατέρας μου ούτε ο Μπαβαρέλος, ο πατέρας μου πιο πολύ, γιατί ο Μπαβαρέλος δεν είχε μυαλό για να σκεφτεί, να πει δυο κατοστάρικα εγώ δεν τα βγάζω πουθενά θα κάτσουμε εδώ πέρα όλο το καλοκαίρι κάθε μέρα διακόσιες δραχμές.
Κάθε βράδυ είχε εκειός, κάθε βράδυ κάθε βράδυ! το "Σαϊτάν παζάρ" εκεί μέσα στη Πρέβεζα.
Μη βλέπεις τώρα που γίνανε αριστοκρατία κάθε βράδυ  σε όλη τη παραλία μέχρι κάτου εκεί που αράζανε τα φέριμποτ ήτανε κλαρίνα όλα, κάθε δεύτερο σπίτι αυτό με κλαρίνα.
λέει: άντε μωρέ φύγε από δω που θα νέρτουμε να πουληθούμε σε σένανε
ΕΡ.:Ποιός το λέει;
ΑΠ.:Ο Μπαμπαρέλος έρχεται στο καΐκι έρχεται ο μπάρμπας μου ο Γιώργος κι ο μπάρμπας μου ο Παντελής κι ακούω εκεί που λέγανε ο μπάρμπας μου ο Παντελής
-μωρέ δε καθόμαστε εΐδώ να παίρνουμε τα κατοστάρικα και να τρώμε και να πίνουμε κιόλας;
Όχι δε κάτσανε σηκωθήκανε και φύγανε
'Ηρτε κατά την άλλη μέρα το πρωί, εμείς ετοιμαζόμαστε να φύγουμε να πάμε κάτω κει στο Σπάρτο, να φορτώσουμε πέτρα να τη φέρουμε στη Πρέβεζα.
Τα σπίτια τα φτιάνανε πέτρινα την εποχή εκείνη, πέτρες κουβαλάγαμε, δεν υπήρχαν αυτοκίνητα και τέτοια, να πηγαίνουνε και νά'ρχονται, κουβαλάγαμε εμείς ο Θύμιο δεκανιάς κι άλλα καΐκια κι ήρθαμε καμιά δεκαριά να πάμε κάτω κει να βγάλεις τις πέτρες να σπάσεις τις πέτρες νάρθεις να πάρεις πότε εξήντα πότε εβδομήντα πότε κατοστάρικο είχε αξία τότε, είχε τέσσερις δραχμές το ζευγάρι τα παπούτσια.
ΕΡ.: Τέτοιες σκηνές είχανε γίνει κι άλλες σε άλλα μέρη με το Μπαμπαρέλο;
ΑΠ.: Παντού! όταν ο Μπαμπαρέλος ήτανε στη φυλακή και πήγαμε εμείς στο Μεσολόγγι, ήτανε οι Ιταλοί, για να μπορέσουμε να τον δούμε είπανε ότι εγώ είμαι αδερφός του, στους Ιταλούς για να μας αφήσουν να τον ιδούμε. Εφόσον φτάσαμε εκεί , είμαστε εγώ  ο πατέρας μου κι ο μπάρμπας μου ο Γιώργος αυτός που ζει, κι επήγαμε εκεί. Εμένα μου είπαν: εσύ θα κλαίς! έκλαιγα εγώ είχα ένα μαντήλι δε μπόραγα κιόλας , ήρτε η ώρα να δούμε το Μπαμπαρέλο, και που τον είδαμε;
 Σε ένα δωμάτιο στο μάκρος που είναι το αμάξι λίγο πιο φαρδύ,  μέσα στο νερό  μέχρι το γόνατο, με το που ανοίξαμε ρούχα δεν είχε τίποτε μια φανελίτσα αθλητική του είχε απομείνει και την είχε δεμένη μπροστά και πίσω στο κώλο του , δεν είχε ούτε σώβρακο ούτε παντελόνι τίποτε και μες το νερό μέχρι το γόνα, είχε ψηλά μόνο ένα μικρό παραθυράκι με σιδεριά στο οποίο  εκατάφερνε να πιάνεται λιγάκι. Τα ποδάρια του είχανε μαλακώσει και τον είχανε μέσα κει φίλε μου έξι μήνες  κι έζησε, έζησε μέσα στο νερό. Από κει τον παίρνουμε και τον πάνε Αθήνα το περιλάβανε οι Γερμανοί.
Αφού το πήρανε οι Γερμανοί ήρθε η εποχή να πάει στο Χαϊδάρι για να εκτελεστεί είχε δικαστεί εις θάνατο, αφόσον έφτασε εκεί με διερμηνέα του λέει
-τελευταία σου επιθυμία;
-τελευταία μου επιθυμία, θέλω να πάω ένα χορό βλάχικο αν τον έχετε ακουστά
-δημοτικό θέλεις του λέει ο διερμηνέας ο ρουφιάνος ο Έλληνας
-ναι λέει εκείνος
-που να τα βρούμε ρε φίλε αυτά τα πράγματα;
-τελευταία μου επιθυμία πριν με σκοτώσετε αυτή είναι
Το καταφέρανε και του τη κάνανε την επιθυμία, οι Γερμανοί που έχουνε μεσάνυκτα από τέτοιους χορούς του χαρίσανε τη ζωή, τη μέρα που μπήκε στο χορό ο Μπαμπαρέλος και χόρευε ο διοικητής που ήτανε εκεί και τον εκοίταζε λέει πάρτε τον πίσω και τον πήρανε πίσω και του χαρίσανε τη ζωή και δεν τον τουφεκίσανε.
ΕΡ.:Γιατί τον είχανε καταδικάσει σε θάνατο είχε κάνει κανένα έγκλημα;
ΑΠ.:Είχε σκοτώσει έναν Ιταλό εδώ στη Λευκάδα γι'αυτό τον πήρε ο Κανέλος πως θα τον πάει στο Κατωχώρι και μετά τον περιλάβανε οι αντάρτες .
Είχε σκοτώσει έναν Ιταλό τόνε πήρανε από τις φυλακές , να τόνε μεταθέσουνε σε κάτι άλλες φυλακές, αλλά ο Μπαμπαρέλος είχε μια φαλτσέτα που είχανε οι τσαγκάρηδες είχε κι ένα μαγαζάκι ένα σακούλι που λέμε με τρία ρουχαλάκια  στο χέρι του.
  Τη φαλτσέτα την είχε μέσα στη κάλτσα του μια παλιό κάλτσα που φορούσε και λέει ένας Ιταλός το πάαινε καραμπινιέρης με ένα αυτό στη πλάτη, του λέει κουράστηκα και με το που κάνει πως θα βάλει το τσουβαλάκι κάτου βουτάει τη φαλτσέτα μέσα από τη κάλτσα του  με το που σηκώνεται απάνου μπουκάρει του Ιταλού, τον σπρώχνει σε μια άκρη και του παίρνει το τουφέκι, και πάει στο βουνό, πάει στην Εγκλουβή, στην Εγκλουβή  καταφέρνουνε και το πιάνουνε οι Ιταλοί και το πάνε εδώ στο Νυδρί κάτω που ήτανε τα Βερυκαίικα, όχι τώρα, εκεί είχανε αστυνομία οι Ιταλοί και τόνε βάζουνε μέσα με χειροπέδες, είχε ένα πάτωμα το σπίτι κάτι παλιοσανίδες, εν τω μεταξύ οι χειροπέδες που του είχανε βάλει είχανε κουρδιστεί, δηλαδή αν εσύ ήθελες να φύγεις αυτές σφίγγανε και σφίγγανε μέχρι να σου κόψει το χέρι, το κόβει το κόκαλο το σπάει, και πήγαιναν κάθε δυο τρεις ώρες και τις βάζανε πάλι. Ο Μπαβαρέλος ήθελε να τη κοπανήσει, όταν του τις ξεκουρδίσανε, πως να κάμει ήτανε παλιόσπιτο, πιάνει και ξεκαρφώνει μια σανίδα με τα δυο του χέρια, κρεμάστηκε κάτου στο υπόγειο, το υπόγειο είχε μια παλιόπορτα από πίσω μεριά, τη κοπανάει δεν το πήρανε χαμπάρι, και πάει στα Χαραδιάτικα, στα Χαραδιάτικα βρίσκει έναν γανωτή ήτανε καλαϊτζής γάνωνε τις κατσαρόλες που είχαμε τότες και καταφέρνει και του τις κόβει. Κόβει του Μπαβαρέλου τις τέτοιες,  καλά στο ποδάρι δεν τον έπιανες ούτε εσύ με το αυτοκίνητο, το πιάνει το βουνό πάει στο Κατωχώρι παίρνει τα φυσεκλίκια του και βγαίνει στο βουνό, αλλά τον έφαγε ο πούστης ο Γιαννούλης.
Αυτός τον έφαγε γιατί αυτός τόνε συνέλαβε.
ΕΡ.: Που εκεί προς το Καλλιγόνι;
ΑΠ.: Ναι γιατί τον έστειλε υποτίθεται ο Χρήστος ο Καλατζής με έγγραφα υποτίθεται  να τα πάει στη Λευκάδα στο διοικητή που ήτανε της εποχής, στο δρόμο όμως τόνε συνάντησε το επιτελείο του Πάνου του Γιανούλη και τον βουτάει, εμείς όμως το Γιανούλη τον γνωρίζαμε εκεί στη παραλία που πηγαίναμε με το καΐκι, εγώ γνώριζα και τον αδερφό του το Μήτρο εγνώριζα και το πατέρα του και τη μάνα του, αυτά τα δύο παιδιά είχανε.
Ο Μήτρος σκοτώθηκε πρώτος τον σκοτώσανε οι Καλατζαίοι από τα Χαραδιάτικα, το πιάνει ο Γιανούλης, με το πατέρα μου είχε ένα ξυλάκι σαν εκείνα που έχουνε ακόμα στη Λευκάδα οι Λευκαδίτες και ψάρευε , εγώ με τον αδερφό του  το Μήτρο είμαστε περίπου μια ηλικία, γιατί ερχότανε κάτω κει στα καΐκια που πέφταμε κολυμπάγαμε, βέβαια! Τόνε συναντάει κάποτε ο Κανατσούρης και του λέει βιάσου ωρέ μπάρμπα, ήξερε τώρα ο πατέρας μου ότι ήτανε δεξιός, ήτανε οπλαρχηγός των δεξιών στη Λευκάδα και ήτανε ενάμιση μέτρο.
Μωρέ πήρες εκείνο τον ανιψιό μου!
Μη φοβάσαι  ρε μπάρμπα θα τόνε πάρω πέρα στο Μύτικα στη Καντήλα δε βλέπουνε τίποτε.
Και το πήρανε πέρα στη Καντήλα και το χώσανε.. δεν είχε μυαλό κι ο Μπαμπαρέλος.
ΕΡ.: Είχε πάρει μέρος στη μάχη στη Πούντα;
ΑΠ.: Ναι ναι τότε επήρε μέρος εκεί.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα