Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

ΟΙ ΛΑΙΚΟΙ ΟΡΓΑΝΟΠΑΙΧΤΕΣ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΑΣ


Οι λαϊκοί οργανοπαίχτες στο νησί της Λευκάδας

Σπύρος Σκλαβενίτης

Πως διαμορφώθηκε η μουσική συνείδηση στην ύπαιθρο Λευκάδα

Η μουσική διαφοροποίηση της Λευκάδας σε σχέση με τα άλλα νησιά του Ιονίου έχει ρίζες της στην τουρκική κατοχή που γνώρισε το νησί από το 1479 έως το 1684.
          Η μουσική διαφοροποίηση στη συνέχεια που επήλθε μεταξύ των χωριών του νησιού με τη πρωτεύουσα έχει τις ρίζες της στην αμέσως επόμενη κατοχή των Ενετών  από το 1668 έως το 1797.
           Σχετικά με τη πρώτη υπάρχει μια μαρτυρία του Τούρκου περιηγητή Ελβιά Τσελεμπή το 1668 , που μας δείχνει κάποια ίχνη από το παρελθόν του μουσικού μας πολιτισμού.
Λέει λοιπόν ο Ελβιά Τσελεμπή, όπως τον μεταγράφει ο Πάνος Γ. Ροντογιάννης (Ιστορία της Νήσου Λευκάδος τ.Α', Αθήνα 1980, σελ.497):

"Υπάρχουν στη πολίχνη [έξω από το κάστρο προς τη Λευκάδα] πολλά καπηλειά, όπου πίνουν και μεθάνε και ξοδεύουν τα λεφτά από τη λεία που συγκεντρώνουν τα τσούρμα πειρατικών πλοίων. Αυτά τα τσούρμα μιλούν ελληνικά και φράγκικα. Άμα γλεντοκοπήσουν και ξοδέψουν ότι είχαν συνάξει, ξαναρίχνονται στη θάλασσα , για να συνεχίσουν το ληστρικό τους βίο. Και καθώς η Άγια Μαύρα είναι στο πέρασμα του δρόμου προς τη Φραγκιά , τούτοι "οι λεβέντες" έχουν γίνει "αγκάθι στο μάτι της φραγκιάς"[...]Με φέσι κόκκινο στο κεφάλι , κόκκινο γελέκο κι από κάτω δερμάτινο χιτώνα και ζωστό ζωνάρι και στη μέση δίκοπα μαχαίρια και στα χέρια μπαλντάδες και τσεκούρια με ένδυμα άσπρο, με γυμνές τις γάμπες  και φορώντας μανδύες στην πλάτη και κόκκινα ιχράμια γυρνούν μέσ' την πόλη και διασκεδάζουν μεθοκοπώντας από καπηλειό σε καπηλειό νύχτα-μέρα με νταούλια και ζουρνάδες."

Επόμενη αναφορά πάλι σε νταούλια και ζουρνάδες για το έτος 1807 έχουμε από το Γεράσιμο Δρακονταειδή στο βιβλίο του Σύντομη ιστορία Λευκάδος και λαογραφικά Άγιου Πέτρου (Αθήνα 1970 σελ.38-39)

"Μετά την τελευταία αποτυχούσαν απόπειραν του Αλή Πασά να κυριεύσει την Λευκάδα, καθ'ην είχον αποσταλεί προς απομάκρυνση του εκ Κερκύρας Ρώσικα στρατεύματα υπό τον στρατηγό Παπαδόπουλο, όστις επιπροσθέτως είχε καλέσει και τους Κατσαντωναίους , κατέφυγον εις το νησί και οι Κολοκοτρωναίοι, ο Νίκηταράς, ο Βαρνακιώτης, ο Σκυλοδήμος, ο Καραισκάκης κι ο Καποδίστριας.Τους έγινε μεγάλη υποδοχή και προς τιμή των έγινε τρικούβερτο γλέντι κάτω από τα δέντρα όπου προέπιον ο Καποδίστριας και ο Παπαδόπουλος υπέρ της ανεγέρσεως της δούλης πατρίδος, χόρεψαν τσάμικο με όργανα και ζουρνάδες και οι Ρώσοι κοζάκικο."

Έκτοτε μεγάλες φάρες από το Σούλι κυρίως , εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς σε περιοχές της Λευκάδας όπου άλλαζαν τα επίθετα τους , για να μην προδοθούν , και έπαιρναν αντίστοιχα με αυτά των ντόπιων.
          Με τη μουσική παράδοση των Σουλιωτών , που εξυμνούσε τα κατορθώματα τους και τους αγώνες του Έθνους , μπολιάστηκαν και οι Λευκαδίτες, που συνειδητά πρόσφεραν καταφύγιο στους ομοεθνείς τους , τους οποίους πάντα θαύμαζαν και βοηθούσαν.
          Δεν είναι τυχαίο το γεγονός τριών περιπτώσεων χωριών, που μέσω προφορικής μαρτυρίας έφτασαν στην έρευνα μου, να παρουσιάζονται Σουλιώτες και να γράφουν τη δική τους μουσική παράδοση σε Εύγηρο , Αλέξαντρο και Κατωμέρι.
          Στην Εύγηρο εγκαταστάθηκε η οικογένεια του Σπύρου Σαϊμάντη και των πέντε αδερφών του μετά τη κατάληψη του Σουλίου. Τα αδέρφια αυτά , που ήταν ζουρνατζήδες, πολιτογραφήθηκαν ως Φατουραίοι για τους λόγους που προείπαμε. Υπήρξαν οι γενάρχες των σογιών Πουλιέζου -Τζουρά-Κουκή-Κωνσταντή Αλέξη και Τσακανίκα, που μέχρι και το 1940 λέγονταν Σουλιωταίοι και συνέχιζαν τη λαμπρή παράδοση ζουρνατζήδων στα χωριά Εύγηρο και Μαραντοχώρι.
          Μάλιστα, απόγονος του σογιού αυτού είναι κι ο Νίκος Φατούρος-Λύγκος, που γεννήθηκε το 1908 και ζει ακόμη με πλήρη πνευματική διαύγεια, ο οποίος είναι ο τελευταίος εν ζωή ζουρνατζής του νησιού της Λευκάδας.
          Σαν δεύτερη περίπτωση -υποθετικά αυτή τη φορά- έχουμε στο χωριό Αλέξαντρος με τη πλούσια μουσικοχορευτική του παράδοση. Πιθανολογικά, οι Σουλιώτες που εγκαταστάθηκαν ομαδικά εδώ, μετά την πτώση του Σουλίου , δημιούργησαν καινούριο οικισμό με την ονομασία ''Κιάφα'' και επηρέασαν τη μουρικοχορευτική παράδοση του τόπου, η οποία διακρίνεται μέχρι τις μέρες μας.
          Στην τρίτη περίπτωση είχαμε εγκατάσταση στο Μεγανήσι της Μαρίας Λύρα από το Σούλι με την αδερφή της -προγιαγιά της Γκόλφως Μαρκεζίνη.
Τις δύο αδερφές έφερε στο Μεγανήσι ο αδερφός τους, για να μη σκοτωθούν , και τις άφησε πιστικές σε οικογένεια τσοπάνηδων της περιοχής .
Η Μαρία που λεγόνταν Λύρα από το πατέρα της και Τσεκούρα από τη μάνα της , ήταν πολύ καλή τραγουδίστρια και χόρευε τη "Μηλιά" που κανείς άλλος μέχρι τότε δεν τη γνώριζε. Την έδειξε , λοιπόν και στις άλλες κοπέλες του χωριού , που την πρωτοχόρεψαν στο Μεγανήσι με τα ''τρία πάσα πίσω -τρία πάσα μπροστά'' και συρτό.Όχι όπως το χορεύουν σήμερα , μιλάμε για περίπου το 1840.
          Η πληροφορία αυτή , σε συνδυασμό με την άλλη του Ηπειρώτη λόγιου Πάνου Αραβαντινού (περ. πανδώρα, 13, 1862-63, σελ 602) δείχνει την ηπειρώτικη παρουσία του χορού ''Μηλια":

"παρα δε τοις αγροδιαίτοις Ηπειρώταις συνηθέστεροι και ασπαστότεροι χοροί εισί, παρά μεν τοις ανδράσιν ο Τσάμικος και η Κάιντα, παρά δε ται γυναιξίν, η Μηλίτσα, τα Φρύδια τα γραμμένα, και έτερος του συρτού ή στρωτού συστήματος..."

Μουσικές ανάγκες στο νησί

Οι μουσικές ανάγκες του νησιού διαφοροποιούνται ξεχωριστά σε πόλη και ύπαιθρο για ευνόητος λόγους, όπως ξεχωριστά και μεταξύ των χωριών της υπαίθρου.
          Δεν είχαν όλα τα χωριά τις ίδιες ανάγκες. Χωριά που ήταν στη νοτιοανατολική πλευρά του νησιου, κοντινά προς τη θάλασσα , διακρίνονταν περισσότερο για την ελευθεριότητα στα ήθη και τις μουσικές συνήθειες και διασκεδάσεις απ'ότι στα χωριά που βρίσκονταν στη βορειοδυτική πλευρά και τα οποία είχαν έφεση κυρίως προς τα γράμματα.
          Υπήρχαν, επίσης και χωριά απομονωμένα περισσότερο από άλλα που δεν έβγαλαν καθόλου οργανοπαίχτες και ζούσαν σε πιο υποβαθμισμένες κοινωνικά συνθήκες.
          Η κοινωνική και οικονομική ανάλυση των χωριών του νησιού η οποία θα υπάρχει στο βιβλίο «Λαϊκός μουσικός πολιτισμός του νησιού της Λευκάδας» θα δώσει πολλές απαντήσεις στο γιατί κάποια χωριά αναπτύχθηκαν πολύ περισσότερο από άλλα στο χώρο της μουσικοχορευτικής δημιουργίας.
          Πάντως , το σίγουρο είναι ότι σε όλα τα χωριά η μουσική ψυχαγώγηση του τραγουδιού με το στόμα και αντίστοιχα του χορού υπήρξε αρχέγονη βάση.Απο κει πήγαζαν όλα τα γλέντια επί αιώνες κι εκεί κατέληγαν τις περισσότερες  φορές, ακόμη κι όταν υπήρχαν τα όργανα.
          Ποτέ δεν εκτόπισαν τα μουσικά όργανα τη μακραίωνη παράδοση του τραγουδιού με το στόμα, όμως και αυτά βρήκαν τη θέση τους και ρίζωσαν βαθιά στον λαικό μουσικό μας πολιτισμό.
          Κυρίαρχη θέση, φυσικά είχαν πάντα στα πανηγύρια των πολιούχων αγίων κάθε χωριού. Κατά μια μαρτυρία , το φαινόμενο αυτό ξεκίνησε γύρω στα 1840
από μια αναμενόμενη επιδημία πανούκλας , που μάλλον δεν ήλθε ποτέ.
          Στη Κατούνα συγκεκριμένα, κατά τη προφορική μαρτυρία του Θανάση Καλού, το πανηγύρι στο χωριό του το ξεκίνησε ο προπάππος του -γεννημένος το 1820 περίπου -μαζί με τα αδέρφια του , που είχαν οικογενειακή ζυγιά με ζουρνάδες και γκάιντα, όταν γλύτωσε το χωριό από τη πανούκλα, την ημέρα του αγίου Αθανασίου έξω από την ομώνυμη εκκλησία.
          Σημαντική ήταν και η παρουσία των μουσικών οργάνων στους γάμους , τόσο στη πομπή της νύφης  όσο και κατά το γλέντι που επακολουθούσε. Η ορχήστρα
έδινε τη μεγαλοπρέπεια που ταίριαζε στο μυστήριο.
          Ποικίλες άλλες εκδηλώσεις που θα περνούσαν απαρατήρητες έκαναν αίσθηση με τη συνοδεία της δημοτικής ζυγιάς. Τέτοιες ήταν οι Απόκριες , τα κάλαντα του Λαζάρου, αυθόρμητα γλέντια που γίνονταν σε ονομαστικές εορτές, γλέντια στα καφενεία του χωριού, γλέντια για πρόσωπα που ξενιτεύονταν ή που γύριζαν από την ξενιτιά ή από το στρατό, εθνικές εορτές στα σχολεία, ακόμη αν θέλετε, και για το σπάσιμο μιας κατάρας.
          ‘Ετσι το 1956 σε ένα γάμο στο Κατωχώρι που η νύφη ήταν αδερφή του πατέρα μου και η οποία ακόμη ζει μετά από ένα τριήμερο γλέντι που έγινε με την ορχήστρα των Τάσου και Φώτη Χαλκιά, όπου έρρεε άφθονο το αμερικάνικο δολάριο, έγινε το εξής παράδοξο την τέταρτη ημέρα, τη δευτέρα:Προτού φύγουν οι Χαλκιάδες ο γαμπρος ζήτησε από τα όργανα να ικανοποιήσουν την επιθυμία του παππούλη του Αντρέα Αρματά Τζούμα ο οποίος άφησε ευκή και κατάρα στο γιό του Σωτήρη να κάμει αρσενικό παιδί μετά από έξι κοπέλες και να χορέψει πάνω από το μνήμα του όταν παντρευτεί ώστε να χαρεί κι ο ίδιος.
          Πράγματι τη δευτέρα του γάμου ξεκίνησε μια πομπή πενήντα ατόμων από το κάτω μέρος του χωριού, όπου ήταν το σπίτι του γαμπρού , με οκταμελή ορχήστρα των Χαλκιάδων μπροστά, που έπαιζαν , πίσω το ζευγάρι κι από πίσω ο κόσμος , που μέχρι να φτάσει στην κορυφή του χωριού δίπλα από το δάσος είχαν περάσει τα εκατό άτομα.
          Πάνω από το τάφο λοιπόν του παππούλη το γαμπρού έπαιξε ο Τάσος Χαλκιάς ένα ηπειρώτικο μοιρολόι.Αμέσως μετά μπαίνει στον περικλειστο τάφο ο Γιάννης Σκλαβενίτης-Σπυρέλλης και δίνει παραγγελιά το «τώρα είναι ο Μάης κι η Άνοιξη», το οποίο και χόρεψε κι έτσι έσπασε η κατάρα και έφυγαν όλοι ευτυχείς.
          Φυσικά δεν είναι λίγες και οι περιπτώσεις που τα όργανα συνόδεψαν σε κηδείες και κάποιον μερακλή ή οργανοπαίχτη. Τέτοιες περιπτώσεις μας διηγήθηκε τον Ιούλιο του 2002 ο κλαριτζής Δημήτρης Τσιρούφλης ετών 81 για τη δεκαετία του 1960 στο Φτερνό και στο Βλυχό με το κωμικό ύφος που τον χαρακτήριζε πάντα:

...Εγώ πήγα δυο πεθαμένους με κλαρίνα.Τον παππούλη τον Μανώλη του Γιωργοθώμου στο Φτερνό και πήγα κι έπαιξα και στον Κανατσούρη στο Βλυχό, το Μήτσο.
Είχα πάει πρωτύτερα στον Γιαννάκη το Γιωργοθώμο. Είχε αφήσει δυο φάκελα: Εμένα και του μπάρμπα Νικόλα να πάμε να τ’ πούμε ένα τραγούδι στον τάφο.
Έρχεται ένα παιδί , χειμώνα, Γενάρη με ένα μηχανάκι και μ’ το λέει.
Επερίμεν’ εκεί ένα αυτοκίνητο και πάω και ‘γώ με το Νικολό. Έκανε κρύο δαιμόνιο.
-Ε μωρέ τι να τ΄ πούμε μ’ λέει ο μπάρμπα Νικολός.
-Τι να τ’ πούμε π’ να τ’ βάλουμε το διάουλο μέσα τ’, τ’ λέω εγώ.
Μέσ’ την ώρα μας φέρνει μια γυναίκα καφέ. «Μπάρμπα Νίκο».
-ε παιδί μ’
-ο μπάρμπα Γιαννάκης μας είπε να τ’ πείτε το τραγούδι: «έχε γεια καημένε κόσμε»

-ναι! κι εμείς αυτό σκεφτόμαστε να τ’ πούμε.
Πιήκαμε το καφέ , ετοιμαστήκαμε, τον εβάλανε στο αμάξι να τονε πάνε εκεί που είν’ ο δρόμος για τ΄Βασιλική στο ραχούλι στου Λιά πού’ναι ένα εκκλησάκι.
Ελέγαμε: «έχε γειά καημένε κόσμε» μέχρι κάτω κεί. Είμαστε απάνου στ’ αυτοκίνητο στ΄μια πάντα  ο ένας στ΄μια πάντα ο άλλος και μέσα στ’ μέση το φέρετρο.Η κουστωδία ακουλούθαγε με τα ποδάρια. Ήταν εκειός ο Νίκος ο Καρύδης π΄μόλις πά΄με να κατεβούμε μας λέει βαρείτε-βαρείτε αυτό:  «σαράντα παλικάρια από τη Λειβαδιά» . Το λέμε  όσο να φτάσουμε.
Τονε φέρνουνε μετά τον βάνουνε στον τάφο.
Βαρείτε , μας λέει  ο Νίκος πάλες.
-Τι να τ΄πούμε  λέω δε σκώνετ΄απάνου  Νίκο μ’ τώρα.
Αρχινίσαμε λοιπόν σιγά- σιγά τα χοντρά.
Βγαίνει ο παπάς να τ΄ρίξει το  λάδι. Ορίστε ορίστε δουλειά, -λέει- να φύγουνε οι παπάδες απ΄ τις κηδείες  να πάνε τα όργανα. Εσκιάχτηκε μην πάρουμε εμείς όλα τα μερτικά. Τσώπα παπά, τ΄ λέω, και θα παρεις κι εσύ τα δικά σου...»

Κορυφαίοι οργανοπαίχτες στη Λευκάδα

Ζουρνάς
Στο Ζουρνά δεν έχουμε μέτρο σύγκρισης για όλο το νησί. Απλά στην Εύγηρο , που είχε τους περισσότερους ζουρνατζήδες, κορυφαίος θεωρήθηκε ο Σπύρος Αντωνίου Φατούρος ή Σπυρούτσος ή Γεωργαλάκης.

Βιολί
Κορυφαίο βιολί στη Λευκάδα υπήρξε ο Λευτέρης Κακλαμάνης-Μπουμπουλιας από τη Καρυά, ο οποίος όμως δεν ήταν λαικός οργανοπαίχτης, μαθήτευσε στην Πρέβεζα  στον Τζέμο και διάβαζε από παρτιτούρες.
          Καλοί βιολιστές υπήρξαν προπολεμικά ο Μήτσος Σκλαβενίτης Ρεμεσιέρης από το Κατωχώρι και μεταπολεμικά ο Γιώργος Βερύκιος-Πενήντας από το Δρυμώνα.
          Μεγάλο ταλέντο υπήρξε ο Βαγγέλης Κονιδάρης-Μπούρας από το Μαραντοχώρι, ο οποίος σκοτώθηκε στον εμφύλιο σε νεαρή ηλικία.

Λαούτο
Με μερικές αποκλίσεις μεταξύ τους, ως καλύτεροι θεωρούνται οι Σταύρος Κατωπόδης από τη Καρυά και Θωμάς Πατρίκιος από τον Άγιο Πέτρο, οι οποίοι έδρασαν από το 1930 έως το 1980.

Σαντούρι
          Εξαιρετικός εδώ υπήρξε ο Ευάγγελος Θερμός- Καμπιλαύκος από τη Καρυά, ο οποίος έπαιζε και σε διάφορα καφέ αμάν της Πάτρας ενώ έκανε και διδασκαλία σε μαθητές.

Κλαρίνο
Κορυφαίος κλαριτζής για το νησί της Λευκάδας υπήρξε ο Θανάσης Βλάχος Καρανάσος από τον Αλέξανδρο, μαθητής του Θανάση Νάτσικα, ο οποίος έπαιξε από το 1912 έως το 1955. Τις περισσότερες φορές έπαιζε εκτός Λευκάδας μαζί με τις μεγαλύτερες φίρμες της εποχής του.
Μεταπολεμικά αναδείχτηκε ο Νίκος Βρυώνης από τον Άγιο Πέτρο μαθητής του Τουρκοβασίλη από τη Πρέβεζα.
          Αρκετά καλοί για το νησί της Λευκάδας υπήρξαν και οι Μήτσος Κονιδάρης-Τσιρούφλης από τα Χαραδιάτικα ,Σπύρος Κατωπόδης από τη Καρυά , Γιώργος Αθανίτης- Τζούμας από το Μεγανήσι.
          Σημαντικότερη παρουσία όμως σε αυτό το χώρο είχαν δύο κλαριτζήδες που σταδιοδρόμησαν εκτός Λευκάδος και θεωρήθηκαν από τα καλύτερα κλαρίνα της χώρας προπολεμικά.
          Ο Χαράλαμπος Μαργέλης 1895-1954 γεννήθηκε στο Νικολή και το 1907 η οικογένεια του μετακόμισε στο μεσσολόγγι,εκεί διδάχτηκε στο Σουλευμάνη κλαρίνο και έγινε ο κορυφαίος στη περιοχή του. Συνεργάστηκε με τη Γεωργία Μητάκη και το Γιώργο Παπασιδέρη. Οι επιτυχίες που τον καθιέρωσαν ήταν «οι Δαφνες» και το «Ποιός ασίκης σαν εμένα» το 1932. Η ταχύτητα και η μελωδικότητα χαρακτηρίζουν το παίξιμο του , το οποίο πλησιάζει του Γκιαούζου, αλλά υστερεί σε πληρότητα.
          Ο Κώστας Γκιαούζος 1884 1957 υπήρξε κατα πολλούς το καλύτερο κλαρίνο της εποχής του στην Ελλάδα.Το κανονικό του όνομα ήταν Θεοφύλακτος Μουζάκης του Γεωργίου ή Ζούνης.
Λιποτάκτης από το στρατό και κυνηγημένος από τα αποσπάσματα , έστησε καρτέρι στη περιοχή Πλάτωνα της Ράχης, στο πηγάδι της Αναστασίας, αδερφής του Θανάση Βέργου, την οποία σκότωσε επειδή αρνήθηκε να τον ακολουθήσει στο βουνό.
Η βιογραφία του όπως την έχει διηγηθεί ο ίδιος, ξεκινάει από δω και κάτω έχοντας αλλάξει το όνομα του πατρίδα και ημερομηνία γέννησης.
Στο Μαρτίνο λοιπόν της Βοιωτίας που εγκαταστάθηκε μαθήτευσε κι αυτός στο διάσημο Τουρκαλβανό Σουλευμάνη και γρήγορα αναδείχτηκε δεδομένου ότι είχε κάποια βάση από το Νιοχώρι όπου ήταν γνωστότατος από τη φλογέρα που έπαιζε.
το παίξιμο του Γκιαούζου, όπως αναφέρει κι Γιάννης Μητρόπουλος στο βιβλίο του Οι μεγάλοι του Δημοτικού Τραγουδιού (Αθήνα , περ. Πάλκο,1996 σ. 58)ούτε το είχε κι ούτε το έχει κανείς.Χρώμα και ύφος μοναδικό και ταχύτητα τρομερή.Υπηρξε ο μοναδικός κλαριτζής που γνώριζε τις εισαγωγές όλων των κλέφτικων τραγουδιών.Απο αυτόν τις έμαθαν όλοι οι νεώτεροι.
Όταν άρχισε τη δισκογραφία έγινε γνωστός σε όλο τον Ελληνισμό, κυρίως μετά τη συνεργασία του με τον Γιώργο Παπασιδέρη. Μεγάλες επιτυχίες όπως τα «καινούρια λόγια μού’ρθανε» «παπάκι πάει στη ποταμιά» «τα νιάτα» άλλες σφραγίστηκαν με το δικο του παίξιμο.
Ειδικά τα νιάτα σε παίξιμο δικό του και τραγουδιστή το Γιώργο Παπασιδέρη θεωρούνται από πολλούς ως το καλύτερο τσάμικο που έχει ακουστεί.
Παρουσιάζει έναν άριστο συνδυασμό τρομερής ταχύτητας  στο παίξιμο του κλαρίνου με μια φωνή όπως είναι του Παπασιδέρη γεμάτη χρώμα ταχύτητα και λεβεντιά.
Για λογαριασμό της παλιά τους αγάπης της Αναστασίας , έβγαλε τα τραγούδια «Ξύπνα καημένη Αναστασά».Επίσης και το τσάμικο Η Κρυστάλλω εικάζεται ότι το έβγαλε για την ιδια αλλά άλλαξε όνομα για να μη δώσει στόχο , τα νέα του τα διηγούνταν συχνά σε χωριανούςτου που τον επισκέπτονταν στο κέντρο Έλατος της Αθήνας ή σε πανηγύρια της Ρούμελης και της Πελοπονήσου και απο αυτόυς μάθαινε  και τα νέα της οικογένειας του στο χωριό που ποτέ δεν την ξανάδε.


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα